Πριν από δέκα χρόνια, το Halloween μάς φαινόταν αυτό που είναι: Ξενόφερτο. Ένα ακόμα εισαγόμενο φολκλόρ, ένα εμπορικό πανηγύρι, μια αμερικανιά. Οι γονείς το αντιμετωπίζαμε με αμηχανία, κάποιοι με καχυποψία, άλλοι με ειρωνεία. «Είχατε και στο χωριό σας Halloween;» ρωτούσαμε. «Γιατί να ντύνονται τα παιδιά σκελετοί και μάγισσες; Επίσης, έχουμε τις Απόκριες εμείς». Αλλά, λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο. Τους ξενοδόχους, για την ακρίβεια. Ο ένας είναι ο Καπιταλισμός (ηλίθιε!) Ο άλλος είναι τα –διαβρωμένα μεν από τον Καπιταλισμό, αλλά ίσως όχι και τόσο– ίδια τα παιδιά μας.
Σήμερα, στα τέλη Οκτώβρη τα παιδιά στην προσχολική και πρώτη σχολική εκπαίδευση κόβουν χαρτονένιες νυχτερίδες, τα πιο μεγάλα παιδιά ζητούν να πάνε σε Halloween πάρτι και όλα τους, ακόμα και τα έφηβα, περιμένουν να ανάψουν ένα κερί μέσα σε μια κολοκύθα. Και οι περισσότεροι γονείς δεν το βρίσκουν πια τόσο τρομακτικό. Τι άλλαξε;
Η μεταστροφή αυτή, άλλη μια εμπορική διείσδυση, καταδεικνύει πώς οι κοινωνίες αλλάζουν μέσα από τη μίμηση, την προσαρμογή και την ανάγκη για συμμετοχή σε μια παγκόσμια γιορτή. Το Halloween, η Black Friday, ο Santa Claus ντυμένος στα κοκακολί, ο Άγιος Βαλεντίνος ή ακόμα και το baby shower ή το gender reveal party (ίιιου), που είναι πια της μοδός και εν Ελλάδι, είναι τελετουργίες της κατανάλωσης και της συγκρότησης ταυτότητας. Συμβολίζουν τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι δοκιμάζουν ρόλους, συνδέονται με άλλους, ή απλώς νιώθουν μέρος ενός μεγαλύτερου αφηγήματος. Η κοινωνική δικτύωση κάνει τα πάντα πιο εύκολα και ό,τι γοητεύει εγκαθίσταται, με ρυθμούς ταχύτερους από ό,τι στο παρελθόν.
Πέραν, φυσικά, από τις μάσκες, τα πάρτι, τα σοκολατάκια και τις κολοκύθες, το Halloween έχει βαθύτερες, θρησκευτικές ρίζες. Προέρχεται από το κελτικό Samhain (προφέρεται Σόουιν. Τα κελτικά και δη τα παγανιστικά είναι ζόρι μεγάλο, δεν μιλιούνται ούτε από τους Κέλτες τους ίδιους), τη γιορτή του τέλους της συγκομιδής και της αρχής του χειμώνα. Εκείνο το βράδυ, όπως έλεγαν, το φράγμα μεταξύ ζωής και θανάτου λέπταινε και σχεδόν εξαφανιζόταν, αφήνοντας τα φαντάσματα των νεκρών και τα πνεύματα από τον άλλο κόσμο ελεύθερα να περιφέρονται ανάμεσα στους ζωντανούς.
Αργότερα, ο χριστιανισμός το συνέδεσε με την παραμονή της γιορτής των Αγίων Πάντων, το All Hallows’ Eve, κρατώντας κάτι από τη μνήμη των ψυχών και κάτι από το φως των κεριών. Αυτός ο συνδυασμός του μαγικού και του ιερού, του σκοταδιού και της ελπίδας, είναι που τελικά επιβίωσε. Και ίσως γι’ αυτό να μας συγκινεί ακόμα — γιατί μιλά για τη συνάντηση ζωής και θανάτου, φόβου και παιχνιδιού.
Όχι, δεν πρόκειται για σατανική γιορτή ούτε για πρόκληση στην πίστη. Οι κοινωνίες επανανοηματοδοτούν τις γιορτές ανάλογα με τις ανάγκες τους. Το Halloween δεν αντικαθιστά τη γιορτή των Αγίων Πάντων· είναι μια άλλη, παιγνιώδης εκδοχή του ίδιου υπαρξιακού θέματος: πώς ζούμε με τη σκιά του θανάτου. Η πίστη δεν απειλείται από το ίδιο παιχνίδι, αλλά από την απώλεια της συμβολικής κατανόησής του.
Τι γοήτευσε τα παιδιά μας;
Το Halloween, συγκεκριμένα, φέρει ένα σύνολο συμβόλων που δύσκολα αφήνουν ασυγκίνητο ένα παιδί: μάσκες, σκοτάδι, παιχνίδι με τον φόβο, κεράσματα, φάρσες, παιχνίδια με κολοκύθες, πάρτι, σκελετούς, υπέρβαση των ορίων. Είναι μια γιορτή για την παιδική φαντασία, αλλά και για την ενήλικη ψυχή που έχει ανάγκη να διαχειριστεί το άγνωστο και το απωθημένο με παιγνιώδη τρόπο.
Όταν ένα παιδί φορά τη στολή του σκελετού ή της μάγισσας δεν «γίνεται Αμερικανάκι», τουλάχιστον όχι συνειδητά. Κυρίως, πειραματίζεται με τον φόβο, με τη φθορά, με την ιδέα του θανάτου, όπως κάνουν όλες οι κοινωνίες με τους δικούς τους τρόπους. Από τα καλαματιανά αποκριάτικα κουδούνια μέχρι τις μασκαράτες του Δωδεκαημέρου, η ελληνική παράδοση έχει πάντα προσφέρει ένα πεδίο όπου το τραγικό και το αστείο συνυπάρχουν. Το Halloween εξυπηρετεί ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό άμυνας απέναντι στον τρόμο που γεννάει η προοπτική του θανάτου ή αλλιώς το υπαρξιακό μας άγχος (που φέρουν και τα παιδιά μας).
Δεν μας απασχολεί αν ένα έθιμο είναι «ξενόφερτο», αλλά πώς το οικειοποιούμαστε. Όταν το παιδί φτιάχνει τη δική του κολοκύθα ή στολίζει το σπίτι ή ντύνεται κάτι τρομακτικό στο πάρτι του σχολείου, το κάνει αλά ελληνικά, με την οικογένειά του, με τους φίλους του, με τους δασκάλους του, με τις λέξεις και τους ήχους της δικής του ζωής. Η μαζική κουλτούρα δεν είναι κλειστό σύστημα. Είναι ένα ανοιχτό πεδίο σημασιών που επαναπροσδιορίζεται μέσα από τις πρακτικές της καθημερινότητας. Αυτό που οι γονείς κάποτε βλέπαμε ως «κιτς αντιγραφή» σήμερα γίνεται πεδίο επικοινωνίας με τα παιδιά μας. Μέσα στην ίδια γενιά; Ναι, γιατί πλέον οι κοινωνικές αλλαγές ακολουθούν ρυθμούς ασύλληπτους.
Στην κοινωνιολογία μιλάμε για κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση: κάθε πολιτισμικό προϊόν μεταφέρει μηνύματα που ο καθένας αποκωδικοποιεί διαφορετικά, ανάλογα με το πλαίσιο του. Για έναν Έλληνα γονιό, το Halloween μπορεί να μη σημαίνει «All Hallows’ Eve», μα να σημαίνει απλώς «μια ευκαιρία να παίξουμε μαζί και να ξεφύγουμε από τη ρουτίνα». Και αυτή η αποκωδικοποίηση, όσο «επιφανειακή» κι αν φαίνεται, είναι μια πράξη πολιτισμικής επανερμηνείας. Αν καταναλώνουμε τυφλά, τα προϊόντα είναι αποκλειστικά εμπορεύματα· όμως ό,τι φτιάχνουμε ή νοηματοδοτούμε εμείς, αποκτά μια άλλη, αυτόνομη αξία μέσα στο πολιτισμικό πλαίσιο της ποπ κουλτούρας.
Η γενιά των σημερινών γονιών μεγαλώσαμε σε ένα περιβάλλον όπου τα όρια ανάμεσα στο «ελληνικό» και το «ξένο» ήταν ξεκάθαρα και σαφώς οριοθετημένα. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει πως δεν είχαμε κι εμείς αφομοιώσει αρκετά έθιμα εκ του εξωτερικού. Η σημερινή παιδική ηλικία, όμως, είναι ουσιαστικά υβριδική: ζει ταυτόχρονα στην Αθήνα, στο TikTok και στο Netflix. Στο πλαίσιο αυτό, οι πολιτισμοί δεν συγκρούονται πια απαραίτητα. Μπορούν να συνδιαλέγονται μέσα από εικόνες, τραγούδια, memes, γεύσεις και γιορτές σε αληθινό χρόνο. Το Halloween είναι ένας ακόμη τρόπος να γιορτάσουμε τη φαντασία και να ξορκίσουμε τον θάνατο. Πριν γίνει franchise με «σπούκι» πλάσματα και φωτισμένες κολοκύθες, ήταν μια βαθιά λαϊκή τελετουργία γύρω από το ίδιο ερώτημα που πάντα μας απασχολεί, συνειδητά ή ασυνείδητα: τι κάνουμε με τους νεκρούς μας και τι με τους φόβους μας.
Δεν χρειάζεται ούτε να το υπερασπιστούμε ούτε να το καταγγείλουμε. Αρκεί να το κατανοήσουμε. Να θυμόμαστε ότι κάθε πολιτισμική πρακτική που επιβιώνει, επιβιώνει γιατί μιλά σε μιαν ανάγκη μας. Και το Halloween, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, μιλά στην ανάγκη των παιδιών για παιχνίδι με την ταυτότητά τους, για δοκιμή ρόλων, για ελεγχόμενη προσέγγιση του φόβου και του αγνώστου. Αν το παιδί θέλει να γίνει ζόμπι, ας ντυθεί ζόμπι. Καλύτερα να υποδυθεί τον θάνατο, παρά να τον αγνοεί.
Ναι, η επικράτηση του Halloween δημιουργεί και ψευδείς ανάγκες για καταναλωτικούς σκοπούς, όμως δεν είναι αυτό το αντικείμενο του συγκεκριμένου κειμένου. Αλλά νομίζω πως ο καλύτερος τρόπος για να αποδυναμώσουμε τον υπερκαταναλωτισμό είναι να μετατρέψουμε τις στιγμές μας σε απλά παιχνίδια. Κατασκευές, μαγειρική, στολισμός σπιτιού με φύλλα, παιδικά βιβλία με «τρομακτικό» περιεχόμενο είναι low-cost και προσφέρουν ευκαιρίες για σύνδεση.
Στις πολυπολιτισμικές και διαδικτυωμένες κοινωνίες, πρέπει να έχουμε την ικανότητα να παίρνουμε κάτι ξένο και να το κάνουμε δικό μας, μετασχηματίζοντάς το. Όπως οι παλιές λαϊκές γιορτές δανείστηκαν από αρχαίες τελετές και τις έντυσαν με χριστιανικό ένδυμα, έτσι και εμείς σήμερα ντύνουμε την ανάγκη μας για έκφραση με οκτωβριανές τρομακτικές μεταμφιέσεις. Αλήθεια, τι πειράζει; Δεν είναι ζητούμενο η «καθαρότητα» των εθίμων, αλλά η ζωντάνια τους. Ό,τι μας βοηθά να βρισκόμαστε μαζί, να γελάμε, να παίζουμε, να αντέχουμε το σκοτάδι και να συνδεόμαστε είναι, τελικά, δικό μας.



