Highlights
- Τα αποτελέσματα του PISA 2025 επαναφέρουν τη συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
- Μικρότερα τμήματα, περισσότερη πρακτική εξάσκηση και ουσιαστική κατανόηση της γνώσης.
- Ενίσχυση της συνεργατικής μάθησης και σύνδεση των μαθημάτων με κοινωνικά ζητήματα και την καθημερινή ζωή.
- Περισσότερος χώρος για δεξιότητες, ενδιαφέροντα και κλίσεις των παιδιών, μαζί με θέατρο, μουσική, καλλιτεχνικά και αθλητισμό.
- Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρές βάσεις στη θεωρία, αλλά χρειάζεται καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στη γνώση και την εφαρμογή της.
Το πρώτο κουδούνι χτύπησε, σήμερα 11 Σεπτεμβρίου 2026, στα σχολεία της Ελλάδας και μαζί του χτυπά το καμπανάκι για εμβάθυνση στη γνώση και για έναν ουσιαστικό εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης στη χώρα μας, με διεθνή προσανατολισμό και βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας PISA 2025 μας φέρνει αντιμέτωπους/ες με μια νέα εκπαιδευτική πραγματικότητα. Παραθέτω σύντομα ορισμένες αρχικές σκέψεις.
Σε μια εποχή με νέα δεδομένα, συνεχείς προκλήσεις και ραγδαίες εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα, η εκπαίδευση δεν μπορεί να μένει εγκλωβισμένη στο χθες. Η εκπαίδευση είναι μια δυναμική διαδικασία και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξελίσσεται. Είναι σαφές ότι ο μαθητικός πληθυσμός σήμερα διαφοροποιείται από παρελθούσες εποχές, όπως και οι ανάγκες και τα ζητούμενα της σημερινής εποχής αλλάζουν. Η εκπαιδευτική πολιτική, επομένως, πρέπει να ανταποκριθεί τόσο στο προφίλ του μαθητικού πληθυσμού, όπως διαμορφώνεται σήμερα, όσο και στις σύγχρονες απαιτήσεις της κοινωνίας.
Η εκπαίδευση πρωτίστως (πρέπει να) είναι μέθεξη. Αυτό, στην πράξη, προϋποθέτει τη συμμετοχή όλων ανεξαιρέτως των παιδιών στη μαθησιακή διαδικασία με έναν δυναμικό και ουσιαστικό τρόπο.
Χρειάζεται, συνεπώς, μια δημιουργική επανεκκίνηση.
Α) Με μικρότερα τμήματα, στα οποία όλα τα παιδιά θα έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν ενεργά, να θέτουν ερωτήματα, να προβληματίζονται και να ανακαλύπτουν και τα ίδια τη γνώση. Κάποια στιγμή, λοιπόν, πρέπει να συζητηθεί ο αριθμός των μαθητών ανά τμήμα, για να μπορέσει να είναι κάθε τάξη λειτουργική.
Β) Με περισσότερα εργαστήρια και σίγουρα με περισσότερη πρακτική εξάσκηση στα διδασκόμενα αντικείμενα, αντί για στείρα αποστήθιση. Αυτό θα οδηγήσει στην κατανόηση, στην οποία διαπιστώθηκε ένα βασικό έλλειμμα. Να μπορέσουν, δηλαδή, οι μαθητές να μπουν στη διαδικασία της αναζήτησης, με την πολύτιμη καθοδήγηση του/της εκπαιδευτικού: Τι «λένε» τα κείμενα; Τι «δείχνουν» οι αριθμοί; Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα δεδομένα και να αξιοποιήσουμε τη γνώση στην καθημερινότητά μας; Αυτό είναι κατανόηση. Όχι απλώς «λέω το μάθημα».
Να μην «παπαγαλίζουν» τις σελίδες για να έναν καλό βαθμό και να μη γνωρίζουν καν ποιο είναι το πολίτευμα στη χώρα μας (έχετε παρακολουθήσει βιντεάκια που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο…).
Όσοι/όσες έχουμε την εμπειρία ενός διεθνούς εκπαιδευτικού συστήματος, βλέπουμε τη διαφορά: στην Ελλάδα είμαστε πολύ δυνατοί στη θεωρία (και αυτό είναι, ασφαλώς, σημαντικό) αλλά υπολειπόμαστε στην πράξη – στην εφαρμογή δηλαδή της θεωρίας σε πρακτικό επίπεδο, στοιχείο το οποίο είναι πρωταρχικό ζητούμενο στο εξωτερικό. Άρα, είναι σημαντικό να υπάρξει η εξισορρόπηση και στη χώρα μας ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη.
Γ) Με ενίσχυση της συνεργατικής μάθησης. Τα παιδιά να μάθουν να συνεργάζονται, με απτά αποτελέσματα της κάθε συνεργασίας τους, να διαμορφώνουν και να δημιουργούν από κοινού, θέτοντας συλλογικούς στόχους. Όπως, για παράδειγμα, να συνεργαστούν για να ετοιμάσουν μια θεατρική παράσταση ή ένα άλλο δρώμενο για την τάξη.
Δ) Με ουσιαστική σύνδεση των μαθημάτων με φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα, για τα οποία ο μαθητικός πληθυσμός πρέπει να είναι ενήμερος. Να μπορεί ο μαθητής/η μαθήτρια, ειδικά στις τάξεις του Λυκείου, να κάνει μια συζήτηση και εκτός σχολείου για αυτά τα καίρια κοινωνικά ζητήματα. Να έχει τις γνώσεις (που θα έχει αποκτήσει στο σχολείο) και τις επικοινωνιακές δεξιότητες (που θα έχει καλλιεργήσει στο σχολείο), ώστε να τοποθετηθεί σε θέματα που πρέπει να τον απασχολήσουν.
Κυρίως τα παιδιά, σήμερα, που σπαταλούν τόσο χρόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πρέπει να ενισχυθούν ως προς τη γνώση τους για κοινωνικά ζητήματα και πολιτισμικά γεγονότα – και το σχολείο οφείλει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε αυτό. Για παράδειγμα, με εντυπωσίασε το γεγονός ότι στο ευρωπαϊκό σχολείο του Στρασβούργου τα παιδιά, ακόμα και σε μικρές ηλικίες, συζητούν και μεταξύ τους για κοινωνικά, πολιτικά και ιστορικά ζητήματα. Ακριβώς γιατί και στο σχολείο η ιστορία και η φιλοσοφία έχουν πρωταρχική θέση και συνδέονται με επίκαιρα θέματα.
Ε) Με ουσιαστική σύνδεση των μαθημάτων με την καθημερινότητα, με δεξιότητες που απαιτούνται στην ενήλικη ζωή και ευρύτερα στη μελλοντική πορεία του νέου ανθρώπου. Να ολοκληρώνει τις σχολικές του σπουδές και να αισθάνεται έτοιμος να αντιμετωπίσει τον κόσμο, να είναι ένας αυτόνομος και ανεξάρτητος άνθρωπος που θα ανοίξει «φτερά» στα δικά του όνειρα.
Συνεπώς, αναφέρομαι σε μαθήματα και δράσεις που θα δίνουν στα παιδιά συγκεκριμένα εργαλεία για το σήμερα και το αύριο, ώστε να μπορέσουν να εξελιχθούν ως προσωπικότητες, αλλά και να αξιοποιήσουν τις γνώσεις που αποκτούν στο σχολείο στην ενήλικη ζωή τους. Να αποκτούν και χρήσιμες για τη ζωή τους γνώσεις και δεξιότητες!
Και το κυριότερο: η εκπαίδευση πρέπει να δίνει χώρο σε κάθε παιδί να ανθίσει και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, ότι όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά έχουν χώρο στο σχολείο! Άρα, είναι πολύτιμο για κάθε παιδί να αξιοποιεί τα ενδιαφέροντα, τις κλίσεις και τις δεξιότητές του. Στο σημείο αυτό, το θέατρο, η μουσική, τα καλλιτεχνικά και ο αθλητισμός έχουν σημαντική θέση, αντίστοιχα με ό,τι συμβαίνει και στο εξωτερικό.
Από την άλλη πλευρά, γιατί θέλω να ολοκληρώσω με ένα αισιόδοξο μήνυμα, στη χώρα μας έχουμε καλές βάσεις στη θεωρία, αλλά και η επένδυση στις ξένες γλώσσες μάς ανοίγει ορίζοντες και πιστεύω ότι με την τόλμη να πάμε ένα βήμα παρακάτω μπορούμε να κατακτήσουμε, ως χώρα, υψηλούς στόχους στην εκπαίδευση.
Αυτή είναι, τελικά, η ουσία της εκπαίδευσης: να ανάψει τη φλόγα στην ψυχή της νέας γενιάς, για ένα πιο δημιουργικό και ελπιδοφόρο αύριο! Η διεκδίκηση του σχολείου που αξίζουν τα παιδιά μας δεν είναι ανέφικτη, είναι πρωταρχικό ζητούμενο.
Η δρ Αγγελική Καρδαρά είναι διδάκτωρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Ε.Κ.Π.Α., φιλόλογος, συγγραφέας, τακτική επιστημονική συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, επιστημονική υπεύθυνη του Crime & Media Lab–Ομάδας Εργασίας για το Έγκλημα και την Απεικόνισή του στα ΜΜΕ, εισηγήτρια-συγγραφέας και εκπαιδεύτρια στο Πρόγραμμα Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο blog της https://aggelikikardara.wordpress.com/



