12 Οκτωβρίου 1944: Η απελευθέρωση της Αθήνας μέσα από την «Κόκκινη κλωστή δεμένη» της Ζωρζ Σαρή

Highlights

  • Η απελευθέρωση της Αθήνας μέσα από τη ματιά της Ζωρζ Σαρή.
  • Η συγκλονιστική περιγραφή των ημερών του Οκτωβρίου 1944.
  • Από τη σιωπή και τον φόβο, στο ξέσπασμα χαράς και ελευθερίας.
  • Η σημαία στην Ακρόπολη, οι δρόμοι της πόλης, οι άνθρωποι που κλαίνε και γελούν μαζί.
  • Μια λογοτεχνική μαρτυρία που κρατά ζωντανή τη μνήμη της εθνικής ανάτασης.

12 Οκτωβρίου 1944, η απελευθέρωση της Αθήνας

Το πανηγύρι άρχισε στις 11 Οκτωβρίου, όταν μαθεύτηκε πως ο Γερμανός διοικητής μάζεψε τα μπογαλάκια του κι έφυγε. […]
Την άλλη μέρα, στις δέκα το πρωί, κατέβασαν τον αγκυλωτό σταυρό από την Ακρόπολη, και οι Γερμανοί, άκουσε θράσος, πήγανε και καταθέσανε στεφάνι πάνω στη σημαία τους, στον Άγνωστο Στρατιώτη. […] Ο κόσμος που μέχρι στιγμής κοιτούσε ασάλευτος, κρατώντας την ανάσα του, όρμησε πάνω στη γερμανική σημαία και τη χιλιοκομμάτιασε και τα κουρέλια της σκορπίστηκαν στον άνεμο. Άλλοι τραγουδούσαν κι άλλοι έκλαιγαν. Μια μαυροντυμένη γυναίκα πλησίασε τον Άγνωστο Στρατιώτη και του φίλησε τα πόδια.

Την ίδια στιγμή, πάνω στην Ακρόπολη ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός προσευχόταν και η ελληνική σημαία αναρτήθηκε, κι επιτέλους, μόνη της, ανέμισε πάνω στον Βράχο.
Οι δρόμοι της Αθήνας πλημμύρισαν από κόσμο που παραληρούσε από ενθουσιασμό κι ας ακούγονταν από μακριά οι εκρήξεις. Οι Γερμανοί, φεύγοντας, για τελευταίο βάρβαρο αποχαιρετισμό ανατίναξαν το λιμάνι του Πειραιά. Οι προκυμαίες μας ξεκοιλιάστηκαν. Όταν τη νύχτα, αργά, γυρίσαμε στο σπίτι, η γειτονιά ήταν ανάστατη. Τρέχαν όλοι πέρα δώθε σαν παλαβοί. Είχε διαδοθεί πως οι Γερμανοί θ’ ανατίναζαν και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς της Αθήνας. Όλοι, τρέμοντας από τον φόβο και σέρνοντας τη χαρά τους, ξημερωθήκανε στα πάρκα. Εμείς καθίσαμε, με τον πατέρα, στο άλσος ως τις τρεις το πρωί, άλλο δεν αντέχαμε. Ύστερα γυρίσαμε σπίτι.
Διαδόσεις.

Κανένας σταθμός δεν ανατινάχτηκε, μόνο που ακούγαμε συνέχεια τις μακρινές εκρήξεις. Ούτε δυο ώρες δεν ξάπλωσα. Μόλις έφεξε, ξεχυθήκαμε στους δρόμους. Ο ήλιος ανέτειλε πάνω σε μια καταγάλανη Αθήνα. Πού βρέθηκαν μέσα σε μια νύχτα τόσες χιλιάδες σημαίες; Ούτε χαμόσπιτο χωρίς σημαία. Τα παιδιά στους ώμους των πατεράδων τους, για να βλέπουν και ποτέ να μην ξεχάσουν, βαστούσαν κι αυτά χάρτινες σημαιούλες και τις κουνούσαν πέρα δώθε φωνάζοντας.
Πανηγύρι. Όχι: Χίλια πανηγύρια μέσα σ’ ένα! Χόρευαν στους δρόμους. Οι άνθρωποι κλαίγανε και γελούσανε μαζί. Αγκάλιαζε ο άγνωστος τον άγνωστο. Ο ένας φιλούσε τον άλλο. Άκουγες: Χριστός Ανέστη! Ποιος έζησε ποτέ του Πάσχα τον Οκτώβρη;

Τα χέρια απλώνονταν ν’ αγγίξουν, να χαϊδέψουν τους αντάρτες που κατέβηκαν απ’ τα βουνά. Όλοι με τα φισεκλίκια τους και τις πυκνές γενειάδες τους. Ηλιοκαμένοι, όμορφοι, ψηλοί. Στις 8 το βράδυ τα χωνιά βούιξαν πάνω στην πόλη: “Αυτή τη στιγμή τα συμμαχικά στρατεύματα αποβιβάζονται στο Φάληρο”. Ποιος είναι κουρασμένος; Ποιος θα γυρίσει σπίτι του; Κανένας. Το μεγάλο πανηγύρι τώρα αρχίζει.


Απόσπασμα από το βιβλίο «Κόκκινη κλωστή δεμένη», Ζωρζ Σαρή, πρώτη έκδοση 1974.

Η «Κόκκινη κλωστή δεμένη» σήμερα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, όπως τα άπαντα της συγγραφέα. Πρόκειται για μια συλλογή αλληλοσυνδεόμενων ιστοριών, συνέχεια και συμπλήρωμα του «Όταν ο ήλιος…» Αθήνα, περίοδος Κατοχής και Αντίστασης. Η πρωταγωνίστρια Ζωή αφηγείται περιστατικά από τη ζωή της τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Νέα παιδιά διώκονται, κρύβονται, αγωνίζονται, πεινούν, κινδυνεύουν. Παρ’ όλα αυτά δεν χάνουν την αισιοδοξία τους και την ελπίδα τους και στο τέλος η ζωή τα δικαιώνει. Η Ελλάδα απελευθερώνεται, οι Γερμανοί φεύγουν και η Αθήνα πανηγυρίζει τιμώντας τους νέους, τους ήρωες που πάλεψαν για τη λευτεριά.

Εξώφυλλο παλαιότερης έκδοσης
Scroll to Top