Οι έφηβοι στην Ελλάδα χρησιμοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) και το YouTube για να μαθαίνουν και να διευρύνουν τις γνώσεις τους με ολοένα πιο συστηματικό τρόπο στην καθημερινότητά τους. Τουλάχιστον αυτό δείχνουν τα αποτελέσματα μιας πρόσφατης ευρωπαϊκής έρευνας. Προσωπικά, δεν είμαι τόσο αισιόδοξη, αλλά αξίζει να διαβάσετε τα ακόλουθα.
(Σημ.: Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε/έγινε σε συνεργασία με Google–YouTube· κρατώ επιφυλάξεις για πιθανές μεροληψίες. Και τις εκφράζω κιόλας, μια και υπάρχει εύλογο conflict of interest. Διαβάζω όμως κριτικά και όχι προκατειλημμένη).
Με στόχο την καλύτερη κατανόηση του πώς οι έφηβοι από ολόκληρη την Ευρώπη αντιλαμβάνονται την τεχνολογία και τον ρόλο της στην καθημερινότητά τους, η Google συνεργάστηκε με την ερευνητική ομάδα νέων της Livity για την πανευρωπαϊκή πρωτοβουλία The Future Report. Πρόκειται για μία έρευνα, ποιοτική και ποσοτική, που πραγματοποιήθηκε σε επτά ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, συνδυάζοντας μεγάλα δείγματα με εις βάθος μαρτυρίες, ώστε να αποτυπωθεί όχι μόνο «τι» κάνουν οι έφηβοι, αλλά και «πώς» το σκέφτονται.
Συγκεκριμένα, ειδικοί σε θέματα νεολαίας από τον οργανισμό Livity, μαζί με ένα δίκτυο συνεργατών, ρώτησαν 7.000 εφήβους και πραγματοποίησαν προσωπικές συνεντεύξεις με 70 εφήβους ηλικίας 13-18 ετών. Στόχος; Να κατανοήσουν καλύτερα τις απόψεις, τις εμπειρίες και τις ιδέες τους γύρω από θέματα όπως η ΑΙ, η εκπαίδευση, ο ψηφιακός γραμματισμός και η ψυχική υγεία στο διαδίκτυο. Με άλλα λόγια, το πώς συνδέονται οι σχολικές ανάγκες με την καθημερινή ψηφιακή κουλτούρα και την ευημερία τους.
Τα αποτελέσματα της έρευνας θα χρησιμοποιηθούν για τον σχεδιασμό προγραμμάτων και δράσεων που δίνουν χώρο στη φωνή των νέων, ώστε οι εκπαιδευτικές πολιτικές, οι φροντιστές και βέβαια οι πλατφόρμες να μην αποφασίζουν «για» τους εφήβους χωρίς αυτούς (τουλάχιστον για τις πλατφόρμες, έχω ισχυρές επιφυλάξεις, αλλά ας δείξω καλή θέληση. Απλώς, να θυμόμαστε ότι οι ίδιες οι πλατφόρμες δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα ρυθμίστριες και ωφελούμενες).
Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην καθημερινότητα του σχολείου
Η ΑΙ έχει ενταχθεί πλέον στη ρουτίνα των εφήβων, με το 27% των Ελλήνων εφήβων να δηλώνει ότι τη χρησιμοποιεί καθημερινά, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, που είναι στο 23%. Δηλώνουν ότι τη χρησιμοποιούν κυρίως για αναζήτηση πληροφοριών, σχολικές εργασίες, μεταφράσεις, ορθογραφικό έλεγχο και δημιουργία εικόνων. Δηλαδή ως πρακτικό εργαλείο υποστήριξης σε όλο τον «κύκλο» μιας εργασίας, από το πρώτο ψάξιμο μέχρι τη γλωσσική επιμέλεια και την εικονοποίηση.
Κι εκεί που πάω να διαφωνήσω, διαβάζω ότι για τους περισσότερους εφήβους, η AI λειτουργεί υποστηρικτικά, όχι αντικαταστατικά. Τουλάχιστον αυτό είπαν στην έρευνα ότι κάνουν. Ο Κωνσταντίνος, 16 ετών, δήλωσε: «Το χρησιμοποιώ στο σπίτι για βοήθεια, γιατί μας βάζουν πολλές εργασίες στο σχολείο. Με βοηθά να βρίσκω πληροφορίες (…) και μου παίρνει λιγότερο χρόνο να ολοκληρώσω μια εργασία». Ίσως αυτό είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα «έξυπνης» χρήσης και όχι αντιγραφής, αλλά κρατώ επιφυλάξεις για το πόσο ειλικρινή ήταν τα παιδιά, όχι απαραίτητα συνειδητά, αλλά λόγω άγνοιας. Η αυτο-αναφορά έχει όρια αξιοπιστίας.
Εν συνεχεία, προκύπτει ότι οι έφηβοι πιστεύουν ότι η AI ενισχύει τη δημιουργικότητά τους, ειδικά στην εύρεση νέων ιδεών (71%), ιστοριών/ποιημάτων (53%) και οπτικής τέχνης (49%). Αυτό, βέβαια, είναι ταυτόχρονα και σημάδι ότι η δημιουργική παραγωγή μετατοπίζεται από το λευκό χαρτί και την πλήρη ενεργοποίηση της φαντασίας σε διαδικασίες συμπαραγωγής με εργαλεία AI.
Συνεπώς, χρειάζεται διδασκαλία πρωτοτυπίας και τεκμηρίωσης. Το «Γράψε μου ένα ποίημα για το κορίτσι που μου αρέσει ή για ένα διήγημα για την εργασία στη λογοτεχνία» δεν είναι δημιουργικότητα. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό στα παιδιά από την πρώτη στιγμή που προσεγγίζουν την ΑΙ.
Κριτική σκέψη απέναντι στην παραπληροφόρηση
Αν και είναι εξοικειωμένοι με την τεχνολογία, οι έφηβοι δηλώνουν κριτική στάση απέναντι στις πληροφορίες που καταναλώνουν. Οι περισσότεροι αναφέρουν ότι εξετάζουν προσεκτικά την προέλευση, την ημερομηνία και το ύφος ενός κειμένου, ενώ μόνο το 8% δεν ελέγχει καθόλου την αξιοπιστία των πηγών. Με βάση τα προαναφερθέντα, εντοπίζουμε ψηφιακό γραμματισμό, αλλά δεν θεωρούμε ότι είναι αυτονόητη. Χρειάζεται καλλιέργεια και συνέπεια και ακόμα μας λείπουν τα εργαλεία, π.χ. σχολικά πρωτόκολλα επαλήθευσης – λέμε τώρα.
YouTube: Εργαλείο γνώσης για τους εφήβους;
Η βιντεομάθηση φέρεται να έχει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή των εφήβων, με το 36% να δηλώνει ότι παρακολουθεί βίντεο καθημερινά για να βοηθηθεί στη μάθηση, τόσο για το σχολείο όσο και για διασκέδαση. Το YouTube κατέχει κυρίαρχη θέση στην καθημερινότητα των εφήβων. Στην Ελλάδα, το 74% δηλώνει ότι το χρησιμοποιεί για να μάθει κάτι καινούργιο που σχετίζεται με το σχολείο, ενώ το 69% το αξιοποιεί για διασκέδαση ή για την ανακάλυψη νέων γνώσεων πέρα από το σχολείο.
Τα ποσοστά αυτά είναι σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με άλλες πλατφόρμες, όπως το TikTok (και εδώ έχω αμφιβολίες, το βασικό μέσο ενημέρωσης των παιδιών και κατ’ επέκταση και εργαλείο γνώσης μοιάζει να είναι το TikTok και όχι το YouTube), το Instagram ή το Snapchat, επιβεβαιώνοντας ότι ο «μακρύτερος» χρόνος βίντεο και η αρχειοθέτηση περιεχομένου βοηθούν τη μελέτη. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται έλεγχος του καταναλισκόμενου περιεχομένου. Όχι από αλγόριθμο, σωστά;
Ποιος κρίνει την ποιότητα του περιεχομένου;
Η συμβολή του YouTube αναγνωρίζεται, επίσης, από γονείς και εκπαιδευτικούς, οι οποίοι το χαρακτηρίζουν ως την πιο αξιόπιστη πλατφόρμα για την εκπαίδευση των παιδιών, χάρη στην ποικιλία και την ποιότητα του διαθέσιμου περιεχομένου. Το θέμα είναι ποιος κρίνει την ποιότητα/αξιοπιστία/καταλληλότητα ενός εκπαιδευτικού βίντεο, σημείο τριβής μεταξύ μικρών και μεγάλων, που παραμένει ανοιχτό. Πάντως, χρειάζονται τόσο κριτήρια όσο και επιμέλεια περιεχομένου πριν ένα random YouTube βίντεο δοθεί στα παιδιά ως εκπαιδευτικό εργαλείο.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, τα στοιχεία της Livity δείχνουν ότι οι έφηβοι χρησιμοποιούν το YouTube περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέσο για να μάθουν, είτε πρόκειται για μαθήματα που σχετίζονται με το σχολείο είτε για προσωπικά ενδιαφέροντα. Με άλλα λόγια, το YouTube λειτουργεί ως «δεύτερο σχολείο» και ως ανοιχτό πανεπιστήμιο καθημερινής ζωής.
Δεν περιορίζεται πλέον στον ρόλο της ψυχαγωγίας, αλλά εξελίσσεται σε έναν βασικό πυλώνα μάθησης και δημιουργικής εξερεύνησης για τη νέα γενιά. Μπορεί να γίνει το YouTube ένα «οικοσύστημα μάθησης» όπου οι έφηβοι θα επιλέγουν, θα αξιολογούν και θα εφαρμόζουν; Προς το παρόν, δεν μοιάζει να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Χρειάζεται να οριστούν κριτήρια ποιότητας και βασικές δεξιότητες αξιολόγησης περιεχομένου.
Τι ζητούν οι έφηβοι από τα σχολεία
Βάσει των αποτελεσμάτων, υπάρχει ξεκάθαρη ανάγκη τα σχολεία να ακολουθήσουν τις εξελίξεις. Οι δάσκαλοι οφείλουν να παρέχουν καθοδήγηση και υποστήριξη στους μαθητές σχετικά με το πώς λειτουργεί η Τεχνητή Νοημοσύνη και, κατά συνέπεια, πώς να τη χρησιμοποιούν με τον καλύτερο τρόπο στη μάθησή τους, συμπεριλαμβανομένων της διαχείρισης του διαδικτυακού “θορύβου”, της επαλήθευσης των πληροφοριών και της ασφαλούς πλοήγησης στο διαδίκτυο.
Τα παιδιά εδώ ζητούν το αυτονόητο, δηλαδή σαφή παιδαγωγικά πλαίσια χρήσης, όχι διοικητικές απαγορεύσεις. Ποσοστό που αγγίζει το 33% δηλώνει ότι το σχολείο τους δεν επιτρέπει τη χρήση κανενός εργαλείου AΙ, ποσοστό μεγαλύτερο από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 25%. Μια απόδειξη ότι οι απαγορεύσεις προηγούνται συχνά της εκπαίδευσης στη σωστή χρήση. Και ταυτόχρονα μια παραδοχή ότι καιρό τώρα τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις –και δεν τις φτάνουμε. Το χάσμα Πολιτείας–σχολικής τάξης διευρύνεται.
Ψηφιακός γραμματισμός εφήβων στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, το 76% των εφήβων δηλώνει ότι διαχειρίζεται καλά τις ψηφιακές του συνήθειες. Πολλοί επιλέγουν να επενδύσουν τον χρόνο τους σε δραστηριότητες εκτός οθόνης, όπως οι φιλίες, τα χόμπι και η προσωπική επαφή. Σε κάποια παιδιά, δηλαδή, παρατηρείται μια συνειδητή προσπάθεια αυτορρύθμισης, ακόμη κι αν το περιβάλλον τα ωθεί προς την υπερσύνδεση. Η δεξιότητα αυτή καλλιεργείται σταδιακά από την παιδική ηλικία. Δεν θα φυτρώσει ξαφνικά στο γυμνάσιο, αν δεν έχουμε ρίξει τους σπόρους.
Αν και οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην έρευνα έδειξαν να κατανοούν τη σημασία του αυτοελέγχου, πολλοί δυσκολεύονται να τον εφαρμόσουν στην πράξη. Πολλοί ανέφεραν τις προκλήσεις που προκαλεί το FOMO (ο φόβος του να χάσει κάποιος κάτι- Fear Of Missing Out) και την ανάγκη να μένουν συνεχώς ενημερωμένοι στο διαδίκτυο (για τάσεις, ειδήσεις, κ.λπ.), ώστε να μη νιώθουν αποκομμένοι κοινωνικά στην «πραγματική» τους ζωή. Αυτό με βρίσκει σύμφωνη. Τα παιδιά, για το ευ ζην τους, χρειάζονται ξεκάθαρα όρια και ψηφιακές δεξιότητες. Νομίζω ότι χρειάζεται πλέον η καλλιέργεια της παιδείας προσοχής, με θετικό πρόσημο και πολλές επιστημονικές μελέτες στα χέρια μας και όχι απλώς και μόνο η μείωση του χρόνου οθόνης.
Σύνδεση, παρατήρηση και κοινωνικά μέσα
Οι έφηβοι χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να παραμένουν συνδεδεμένοι με φίλους και οικογένεια, παρόλα αυτά, οι περισσότεροι τείνουν να παρατηρούν παρά να δημοσιεύουν ενεργά. Ο φόβος για αρνητικά σχόλια, επικρίσεις ή ακόμη και διαδικτυακό εκφοβισμό, οδηγεί τους εφήβους στο να επιλέγουν πιο «σιωπηλές» μορφές συμμετοχής. Προτιμούν να αντλούν πληροφορίες και ιδέες μέσω της παρατήρησης ή των ιδιωτικών συνομιλιών, αποφεύγοντας τις δημόσιες αναρτήσεις.
Αυτό είναι θετικό. Τα παιδιά μοιάζουν να καταλαβαίνουν ότι η ορατότητα -και δη η σκηνοθετημένη- έχει κόστος. Η ιδιωτικότητα γίνεται στρατηγική. Οι έφηβοι αποδεικνύονται πιο φειδωλοί από τη γενιά των γονιών τους, που πόσταρε τα πάντα – και τώρα αρχίζει να συνειδητοποιεί (και όχι πάντοτε) το συναισθηματικό και πρακτικό κόστος αυτού του υπερμοιράσματος.
Γονείς: στήριξη, αλλά όχι για όλους
Οι έφηβοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να στρέφονται στους γονείς τους όταν αντιμετωπίζουν προκλήσεις στο διαδίκτυο. Το 36% δηλώνει ότι οι γονείς είναι η πιο αξιόπιστη πηγή στήριξης για θέματα που σχετίζονται με την ασφάλεια και την υγεία τους στο διαδίκτυο, ενώ σχεδόν ένας στους πέντε (19%) αναφέρει πως δεν λαμβάνει καμία υποστήριξη, ένα ανησυχητικό κενό για τις πιο ευάλωτες ομάδες.
Το 25% των γονέων με το χαμηλότερο εισόδημα, σε σύγκριση με το 46% των γονέων με το υψηλότερο, ασχολείται με τη διαχείριση ή την επίβλεψη του χρόνου που περνούν τα παιδιά τους στις οθόνες και στις διαδικτυακές τους συνήθειες. Δυστυχώς, η «ψηφιακή ανατροφή» απαιτεί πόρους, χρόνο, ψυχική ανθεκτικότητα και γνώση. Και οι περισσότεροι γονείς που ζουν στη σύγχρονη Ελλάδα των συστημικών ανισοτήτων δεν έχουν στα χέρια τους αυτά τα εργαλεία ούτε, φυσικά, δομές στήριξης.
Ψηφιακές ανισότητες
Παράλληλα, το 22% των γονέων με το χαμηλότερο εισόδημα δεν λάμβανε καμία απολύτως υποστήριξη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους γονείς με το υψηλότερο εισόδημα ήταν 15%. Ο 18χρονος Στέργιος τονίζει: «Είναι πολύ σημαντικό οι ενήλικες να καθοδηγούν τα παιδιά σχετικά με το τι είναι ασφαλές και τι όχι. Θα πρέπει να τους διδάξουν πώς να χειρίζονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να προστατεύουν την ψυχική τους υγεία». Άλλη μια καθαρή έκκληση για πρακτικές δεξιότητες και όχι μόνο για απαγορεύσεις, μαζί με ανοιχτό διάλογο. Θυμίζουμε: όχι κρυφή επιτήρηση. Δεν είναι τίμιο για το παιδί.
Αξιοσημείωτο είναι πως οι έφηβοι παρατηρούν ότι οι γονείς εφαρμόζουν ποικίλες στρατηγικές για την παρακολούθηση της διαδικτυακής τους δραστηριότητας, χωρίς να υπάρχει κάποια κυρίαρχη μέθοδος. Ένα ποσοστό 22% αναφέρει ότι οι γονείς χρησιμοποιούν ρυθμίσεις στις συσκευές ή στα κινητά, 21% χρησιμοποιούν εφαρμογές γονικού ελέγχου για τον χρόνο χρήσης, ενώ 19% έχουν πρόσβαση στους κωδικούς.
Ωστόσο, 2 στους 5 εφήβους (40%) δηλώνουν πως οι γονείς τους δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ καμία στρατηγική ή εργαλείο για την παρακολούθηση της δραστηριότητάς τους στο διαδίκτυο. Εδώ θα σημειώσω ότι ίσως δεν έχουν χρησιμοποιήσει εν γνώσει των παιδιών κάποιο τέτοιο εργαλείο, χωρίς ενημέρωση/διάλογο (κακώς) μαζί τους. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για εμπιστοσύνη, σεβασμό και διαπραγμάτευση των ορίων παραμένει ανοιχτή και η ανάγκη της επιτακτική. Η διαφάνεια προλαμβάνει ρήξεις.
Προς ένα πιο υγιές, συνειδητό ψηφιακό μέλλον
Η νέα γενιά αποδεικνύει ότι διαθέτει τα εφόδια για να διαμορφώσει έναν πιο συνειδητό και υπεύθυνο ψηφιακό πολιτισμό. Επιδιώκει μια δημιουργική, ισορροπημένη και ασφαλή σχέση με την τεχνολογία. Το 61% των εφήβων, μάλιστα, πιστεύει ότι η τεχνολογία μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος. Δεν χρειάζεται καμία δαιμονοποίησή της υπό δύο προϋποθέσεις: Ότι πολιτεία, εκπαιδευτικοί, και γονείς θα συνεργαστούν. Και ότι οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης θα παρέχουν σαφείς κανόνες και πραγματική υποστήριξη, όχι ευχολόγια.
Όπως προανέφερα, από τις πλατφόρμες λίγα περιμένω. Αυτό που χρειάζεται είναι παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικοί να διεκδικήσουμε από την Πολιτεία το αυτονόητο. Να ενδιαφερθεί ουσιαστικά για την ψηφιακή υγεία όλων των πολιτών, μικρών και μεγάλων. Θυμάστε την περσινή περίφημη απαγόρευση των κινητών στα σχολεία; Θέλετε να μάθετε τι απέγινε; Ξέρετε. Άλλωστε, γονείς και εκπαιδευτικοί είστε, η πλειονότητα των αναγνωστών μου. Κι όμως, προβάλλεται πως αυτό που έμεινε στα χαρτιά είχε μετασχηματιστικό αντίκτυπο στην εκπαιδευτική εμπειρία {sic}.
Κλείνω με μια ιδιαίτερα σημαντική διευκρίνιση: Οι έφηβοι στην Ελλάδα δεν επιθυμούν να αποκοπούν από τον ψηφιακό κόσμο. Αντίθετα, ζητούν μεγαλύτερη πρακτική υποστήριξη για να παραμείνουν υγιείς στο διαδίκτυο. Υποστήριξη από γονείς/εκπαιδευτικούς και μέσω τεχνολογιών που προάγουν την ευημερία του χρήστη. Οι απαντήσεις τους κατέδειξαν ότι αναζητούν: καθοδήγηση, σαφείς κανόνες, ηλικιακά όρια και ένα θεσμικό πλαίσιο. Όσα θα τους επιτρέπουν να αξιοποιούν τις ψηφιακές δυνατότητες με ασφάλεια και επίγνωση.
Άρα το επόμενο βήμα είναι η πολιτεία να θεσπίσει τους τρόπους και φυσικά να εκπαιδεύσει τους ενήλικους. Αν είμαι αισιόδοξη; Όχι, γιατί τα πάντα κινούνται με όρους αγοράς και το χαώδες αυτό τοπίο την ευνοεί ποικιλοτρόπως. Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να προσπαθήσουμε να είμαστε ψηφιακά εγγράμματοι και να μεταλαμπαδεύσουμε τη γνώση αυτή στα παιδιά μας. Για την ψηφιακή τους υγεία. Και για τη δική μας. Η ευθύνη ξεκινάει από εμάς.




