δικαίωμα στην άμβλωση Μαρία Καρυστιανού αμβλώσεις

Από τα Τέμπη στις αμβλώσεις: Το όριο που ξεπέρασε η πολιτικός Μαρία Καρυστιανού

Το συγκεκριμένο κείμενο αφορά αποκλειστικά το περιεχόμενο και τις πολιτικές συνέπειες μιας δημόσιας επικίνδυνης τοποθέτησής της για τις αμβλώσεις και όχι το πρόσωπο, την προσωπική ιστορία ή το πένθος της Μαρίας Καρυστιανού. Δεν στρέφεται εναντίον της ως προσώπου, αλλά κατά μιας δήλωσής της που καθιστά ένα κεκτημένο και αναφαίρετο δικαίωμα των γυναικών σε αντικείμενο «διαβούλευσης».

Το δικαίωμα της γυναίκας στον έλεγχο του σώματός της δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Δεν προσφέρεται για «δημόσια διαβούλευση». Δεν μπαίνει σε ψηφοφορία. Δεν περιμένει κοινωνική έγκριση για να ισχύσει. Η άμβλωση αφορά ένα σώμα που κυοφορεί. Αφορά την πραγματικότητα της κύησης και του τοκετού. Αφορά το γεγονός ότι καμία εγκυμοσύνη δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά βιολογική και κλινική κατάσταση με σωματικό και ψυχικό φορτίο. Το αξιακό πλαίσιο είναι πολύ συγκεκριμένο και δεν χωράει προσωπικές απόψεις: Αυτοδιάθεση, αξιοπρέπεια, ισότητα, κοσμικό κράτος, δημόσια υγεία.

Κάθε γυναίκα έχει, επίσης, δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, στη μη διάκριση και στην πρόσβαση σε οργανωμένη υγειονομική φροντίδα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η έλλειψη πρόσβασης σε ασφαλή άμβλωση αποτελεί παραβίαση πολλών θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών στη ζωή, στην υγεία και στην ιδιωτικότητα.

Η κοινωνία αποφάσισε πριν από 40 χρόνια

Σήμερα η Μαρία Καρυστιανού, δηλώνοντας πως οι αμβλώσεις είναι «θέμα δημόσιας διαβούλευσης», ζήτησε «να αποφασίσει η κοινωνία τι θα ήθελε να γίνει». Το 2026 μια γυναίκα, ιατρός και μητέρα μιας κόρης που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει, βάζει στο ίδιο κάδρο τα δικαιώματα της γυναίκας και τα «δικαιώματα του εμβρύου».

Η Καρυστιανού μίλησε για ηθικό δίλημμα, επικαλούμενη επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται διεθνώς ως πολιτικό εργαλείο της Alt-Right και γενικότερα της ακροδεξιάς/αντιφεμινιστικής ατζέντας αναπαραγωγικού ελέγχου και όχι ως ιατρική ορολογία.

Αυτή η παρέμβαση, ως πολιτική και όχι προσωπική θέση (που θα ήταν απολύτως θεμιτή για τον εαυτό της και μόνο), επανέφερε στον δημόσιο διάλογο μια συζήτηση που η ελληνική κοινωνία έχει κλείσει εδώ και δεκαετίες, με ένα πρωτοποριακό -τότε- νομοσχέδιο που προστάτευσε τις γυναίκες από τον κοινωνικό έλεγχο, τον στιγματισμό, την τιμωρία και την ταξική ανισότητα.

Η αναπαραγωγή υπήρξε ιστορικά πεδίο θεσμικής ρύθμισης και κοινωνικής πειθάρχησης του γυναικείου σώματος. Το πατριαρχικό κατάλοιπο «να αποφασίσει η κοινωνία» σημαίνει, ιστορικά και θεσμικά, ότι κάποιοι τρίτοι αποκτούν λόγο πάνω στο σώμα της γυναίκας, για να το ρυθμίσουν και όχι για να το προστατεύσουν.

Το πλαίσιο στην Ελλάδα είναι σαφές

Η τεχνητή διακοπή κύησης ρυθμίζεται στην Ελλάδα από τον Ν. 1609/1986, που τροποποίησε το άρθρο 304 του Ποινικού Κώδικα και όρισε ρητά πότε δεν είναι άδικη πράξη η τεχνητή διακοπή κύησης.  Προβλέπεται άμβλωση έως τις 12 εβδομάδες με συναίνεση της εγκύου, καθώς και ειδικές περιπτώσεις για μεταγενέστερα στάδια.

Ενδεικτικά αναφέρουμε: Έως 24 εβδομάδες σε περίπτωση σοβαρών ανωμαλιών του εμβρύου, έως 19 εβδομάδες όταν η κύηση είναι αποτέλεσμα βιασμού/αποπλάνησης ανήλικης/αιμομιξίας ή κατάχρησης γυναίκας ανίκανης να αντισταθεί.

Δεν υφίσταται χρονικό όριο όταν υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής υγείας της, με τις προβλεπόμενες ιατρικές βεβαιώσεις.

Όταν η πρόσβαση στην άμβλωση είναι νόμιμη και ασφαλής, προστατεύεται η δημόσια υγεία και μειώνεται δραστικά ο κίνδυνος νοσηρότητας και θνησιμότητας που συνδέεται με μη ασφαλείς πρακτικές. Όταν, πάλι, μπαίνουν εμπόδια, οι αμβλώσεις δεν εξαφανίζονται, αλλά μεταφέρονται σε καθεστώς παρανομίας και επισφαλών ιατρικών πρακτικών.

Ας θυμηθούμε τις επιπλοκές, τη βία, τους εκβιασμούς, τον κοινωνικό στιγματισμό, την ποινικοποίηση, τις μόνιμες ιατρικές βλάβες και τους θανάτους σε άλλα κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια. Τέλος, πρακτικά οι περιορισμοί πλήττουν όσες δεν έχουν χρήματα, δικτύωση, πληροφόρηση, χρόνο και καλές διασυνδέσεις. Οι υπόλοιπες βρίσκουν λύσεις.

Σεβασμός στον πόνο της μάνας, σεβασμός στο σώμα της γυναίκας

Η Μαρία Καρυστιανού έχει απόλυτο δικαίωμα να μάθει τι συνέβη στο παιδί της – σε αυτό είμαι μαζί της από την πρώτη στιγμή και περιμένω να μάθω την αλήθεια για το τι ακριβώς συνέβη στα Τέμπη. Έχει, επίσης, δικαίωμα να ζητήσει λογοδοσία, να απαιτήσει κάθαρση, να πιέσει θεσμούς, να μην αφήσει το κράτος να θάψει την υπόθεση κάτω από γραφειοκρατία, επικοινωνιακή διαχείριση και κυνισμό. Το ότι κατάφερε να κρατήσει τα Τέμπη στην επικαιρότητα κόντρα σε κάθε πολεμική που δέχτηκε ως μητέρα είναι βαθιά ανθρώπινο και βαθιά πολιτικό.

Έχει, φυσικά, απόλυτο δικαίωμα, όπως όλοι και όλες μας, και να πολιτευτεί, με ένα σπουδαίο κίνητρο: Να διεκδικήσει έναν θεσμικό ρόλο, να εκφραστεί, να συγκροτήσει έναν πυρήνα ανθρώπων που θα παλέψουν για το καλό μιας χώρας που βουλιάζει, μιας χώρας δυσλειτουργικής που προκάλεσε το δυστύχημα.

Όμως, το «Κίνημα των Πολιτών» που ετοιμάζει η κυρία Καρυστιανού, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, συνομιλεί με ανθρώπους «σε όλα τα κόμματα και σε όλες τις ιδεολογίες». Στην πολιτική θεωρία, το απολιτίκ λειτουργεί ως αποϊδεολογικοποίηση. Αποσπά τις πολιτικές επιλογές από το αξιακό/ιδεολογικό τους περιεχόμενο και τις παρουσιάζει ως τεχνική ή λογική διαχείριση, μειώνοντας τη δυνατότητα δημόσιας κριτικής και θολώνοντας τις συγκρούσεις συμφερόντων και δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα,  κανονικοποιεί τον μισαλλόδοξο λόγο, βαφτίζοντάς τον «άποψη», στο όνομα μιας επίπλαστης ενότητας.

Με τη ρητορική που αναπτύσσει, η Μαρία Καρυστιανού ξεπέρασε το «όριο». Το πολιτικό της κεφάλαιο γεννήθηκε από τη βάση, μέσα από το καθολικό κοινωνικό αίτημα για κάθαρση και δικαιοσύνη μετά το δυστύχημα των Τεμπών. Αυτό ήταν πρωτοφανές και ελπιδοφόρο. Η Καρυστιανού πήρε την ευχή της πλειονότητας της κοινωνίας που την ανέδειξε ως πρόσωπο-σύμβολο κατά κάθε κρατικής ευθύνης.

Σήμερα, χρησιμοποίησε το ειδικό της βάρος με τρόπο ανεπίτρεπτο και κυρίως αντιεπιστημονικό και αντιεπαγγελματικό. Στάθηκε σε ένα άλλο πεδίο ή μάλλον σε ένα μη-πεδίο άσχετο με τα Τέμπη και επικίνδυνο για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το γεγονός ότι μία γυναίκα γιατρός μιλάει με τραμπικά επιχειρήματα για ένα σοβαρότατο θέμα δημόσιας υγείας καταδεικνύει πόσο εύκολα ο σύγχρονος συντηρητισμός μετατρέπει με ψευδοεπιχειρήματα την επιστήμη σε ηθική επιτήρηση.

Η επιλογή να εκφέρεται αντιδραστικός λόγος μέσω ενός προσώπου που φέρει το ακαταλόγιστο του πένθους συνιστά textbook στρατηγική της Alt-Right διεθνώς. Όταν τα λογικά επιχειρήματα υπέρ της απαγόρευσης των αμβλώσεων καταρρέουν κοινωνικά, ο συντηρητισμός επιστρατεύει το θυμικό, χρησιμοποιώντας μια τραγική φιγούρα ως Δούρειο Ίππο για να παρακάμψει τον ορθολογισμό. Έτσι, η πολιτική οπισθοδρόμηση «ξεπλένεται» μέσα από την ιερότητα του πόνου, καθιστώντας τον φασισμό συναισθηματικά προσβάσιμο και την κριτική εναντίον του κοινωνικά ανεπίτρεπτη (chilling effect).

Γιατί τα «δικαιώματα του εμβρύου» λειτουργούν ως εργαλείο περιορισμού

Τα «δικαιώματα του εμβρύου» αποτελούν νομική μυθοπλασία που εφευρέθηκε με αποκλειστικό στόχο την κρατική επιτήρηση της γυναικείας σεξουαλικότητας. Δεν υφίσταται σύγκρουση δικαιωμάτων, διότι δεν υφίστανται δύο ισότιμα υποκείμενα. Υπάρχει μόνο η γυναίκα ως ολοκληρωμένη νομική προσωπικότητα και μια εξαρτημένη βιολογική διαδικασία εντός της.

Στο ελληνικό δίκαιο, το έμβρυο δεν είναι πρόσωπο. Προστατεύεται υπό όρους, αλλά δεν είναι φορέας δικαιωμάτων που μπορούν να αντιταχθούν στο γεννημένο πρόσωπο (τη γυναίκα).

Η κοινωνική κατασκευή του ως αυτοτελούς φορέα δικαιωμάτων πριν από τη γέννηση, όταν τίθεται σε αντιπαράθεση με την κυοφορούσα, τείνει να μετατρέπει την τελευταία από υποκείμενο δικαιωμάτων σε φορέα υποχρεώσεων προς έναν εξωτερικά ορισμένο πατριαρχικό σκοπό, όπως η «προστασία της ζωής».

Κανένα νομικό σύστημα δεν υποχρεώνει έναν άνθρωπο να παραχωρήσει τη χρήση των οργάνων του για να κρατήσει στη ζωή έναν άλλον (π.χ. υποχρεωτική δωρεά μυελού ή νεφρού), ακόμη και αν ο άλλος θα πεθάνει χωρίς αυτό. Η υποχρεωτική κύηση παραβιάζει αυτή τη θεμελιώδη αρχή, αντιμετωπίζοντας την έγκυο σαν μέσο αναπαραγωγής.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι παρεμβάσεις εμφανίζονται ως διαδικαστικοί όροι και διοικητικά εμπόδια που περιορίζουν την πρόσβαση της γυναίκας στην ασφαλή άμβλωση. Σε ορισμένα καθεστώτα, προβλέπονται και κυρώσεις, με αποτέλεσμα την άμεση ή έμμεση ποινικοποίησή της, νομική και κοινωνική.

Το επιχείρημα περί «φόνου» ως πολιτική τεχνική

Η χρήση του όρου «φόνος» για την άμβλωση είναι ποινικοποιητικός χαρακτηρισμός. Δεν περιγράφει μια ιατρική πράξη, αλλά τη χαρακτηρίζει ως έγκλημα, και επαναδιατυπώνει σημειολογικά τη διαδικασία ως αντικείμενο ηθικής καταδίκης και ποινικής κύρωσης και όχι ως ζήτημα υγείας και αναπαραγωγικής αυτονομίας. Η επιλογή της συγκεκριμένης λέξης γίνεται πολιτική τεχνική, που μεταφέρει τη συζήτηση από το «δικαίωμα και υγεία» στο «έγκλημα και τιμωρία».

  • Ποινική αντιμετώπιση της γυναίκας. Η γυναίκα κατασκευάζεται ως «δράστιδα», στιγματισμένη, ενοχοποιημένη και έτοιμη να υποστεί τις συνέπειες της πράξης της.
  • Αποσύνδεση από το πραγματικό πλαίσιο λήψης απόφασης. Υποβαθμίζονται καθοριστικοί παράγοντες, όπως η ανεπιθύμητη κύηση, η σεξουαλική βία, η κακοποίηση, η ψυχική επιβάρυνση, οι οικονομικοί περιορισμοί, οι υφιστάμενες υποχρεώσεις φροντίδας, οι ιατρικές ενδείξεις. Η αξιολόγηση γίνεται μονοδιάστατα ηθικοποιητική.
  • Θεσμική διευκόλυνση τιμωρητικής ρύθμισης. Ο ποινικός χαρακτηρισμός υποστηρίζει μέτρα περιορισμού πρόσβασης σε ιατρικές υπηρεσίες και διαρκούς επιτήρησης.

Σε συγκριτικό επίπεδο, η γλωσσική ποινικοποίηση αποτελεί σταθερό στοιχείο συντηρητικών και αντιφεμινιστικών πολιτικών που επιδιώκουν την ενίσχυση του ελέγχου της αναπαραγωγής. Αγγίζει την alt right ρητορική, χρησιμοποιώντας όρους όπως δικαιώματα εμβρύου, ηθικός πανικός, ποινικοποίηση, μετατόπιση ευθύνης από το κράτος στο σώμα της γυναίκας.

Fact-check στα ιατρικά

Το επιχείρημα της Καρυστιανού είναι πως «στους τρεις μήνες υπάρχει καρδιακός παλμός». Η χρήση του όρου σε αυτό το στάδιο είναι ιατρικά ανακριβής και χρησιμοποιείται σκόπιμα από την ακροδεξιά προκειμένου να χειραγωγήσει συναισθηματικά.

Το επιχείρημα δεν είναι ακριβές ιατρικά. Κλινικά, καρδιακή δραστηριότητα σε πρώιμο αναπτυσσόμενο καρδιακό ιστό (όχι καρδιά με τη συνήθη ανατομική έννοια) μπορεί να ανιχνευθεί γύρω στις πέντε ή έξι εβδομάδες της κύησης, ανάλογα με το είδος του υπερηχογραφήματος και τις συνθήκες της εξέτασης.

Δεν υπάρχει ήχος από βαλβίδες καρδιάς (καθώς δεν έχει σχηματιστεί καρδιά με θαλάμους), αλλά ηλεκτρική δραστηριότητα μιας ομάδας κυττάρων στον εμβρυϊκό πόλο. Ο ήχος που ακούγεται είναι τεχνητός, ηχητική αναπαράσταση σήματος Doppler, παραγόμενος από το μηχάνημα υπερήχων. Η κυρία Καρυστιανού, ως ιατρός, το δίχως άλλο γνωρίζει τα παραπάνω.

Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η χρήση της φράσης «καρδιακός παλμός» ως πολιτικού μοχλού. Στις ΗΠΑ, τα λεγόμενα «Heartbeat Bills» (Νομοσχέδια Καρδιακού Παλμού) βασίστηκαν ακριβώς στη συναισθηματικά φορτισμένη έννοια, που παρουσιάζεται ως δήθεν επιστημονικό όριο, για να επιβληθούν περιορισμοί στο γυναικείο σώμα.

Η Αμερικανική Ένωση Μαιευτήρων και Γυναικολόγων (ACOG) έχει αντιταχθεί ρητά στη λογική αυτών των νόμων, επισημαίνοντας ότι οι απαγορεύσεις ενεργοποιούνται σε τόσο αρχικό στάδιο κύησης, όπου πολλές γυναίκες δεν γνωρίζουν καν  ότι είναι έγκυες. Επιπλέον, τονίζει ότι ο όρος «καρδιακός παλμός» σε αυτό το στάδιο δεν είναι κλινικά ακριβής και χρησιμοποιείται παραπλανητικά για να προκαλέσει συναισθηματική ταύτιση και όχι για να περιγράψει μια φυσιολογική λειτουργία.

Το πολιτικό ερώτημα

Η πολιτική παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού γεννήθηκε από την κρατική ανικανότητα, τη διαφθορά, την αδιαφάνεια και τη θολή λογοδοσία γύρω από τα Τέμπη. Θα περιμέναμε ο πυρήνας του λόγου της να στοχεύει στην κάθαρση, στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος, στη θεσμική αξιοπιστία, στην απόδοση ευθυνών. Αυτό είναι το πεδίο που η κοινωνία την καλεί να ανατρέψει και, προφανώς, όχι η αναδιαπραγμάτευση κεκτημένων αναπαραγωγικών δικαιωμάτων.

Η ατζέντα «ηθικού διλήμματος» για την άμβλωση, εντελώς άσχετη με τον κοινωνικό και πολιτικό αγώνα για δικαίωση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, θεσμικά αδόκιμη και πολιτικά επικίνδυνη, επειδή ανοίγει μια συζήτηση που στην Ελλάδα έχει λήξει εδώ και 40 χρόνια. Η αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος είναι δεδομένη και δεν αμφισβητείται. Το ότι επιχειρείται να αμφισβητηθεί είναι ακριβώς το πρόβλημα.

Αναρωτιέμαι ποια ανάγκη οδήγησε την πολιτικό Μαρία Καρυστιανού σε μια τόσο προκλητική δήλωση. Μπορεί να είναι απόπειρα διεύρυνσης ακροατηρίου, μπορεί να είναι υιοθέτηση έτοιμων διεθνών talking points, μπορεί να είναι σύγχυση ανάμεσα σε ηθική συζήτηση και θεσμικό καθεστώς δικαιωμάτων ή/και πολλά άλλα. Σε κάθε περίπτωση, καμία εκδοχή δεν αιτιολογεί αυτή τη στάση.

Ο λόγος περί «δικαιωμάτων του εμβρύου» και «δημόσιας διαβούλευσης», και μάλιστα από μία γιατρό, είναι εκτός ελληνικής πραγματικότητας, δηλαδή εκτός του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και αντίθετος με την αναγνωρισμένη ανάγκη προστασίας της αναπαραγωγικής αυτονομίας. Οι αμβλώσεις είναι και θα παραμείνουν αναφαίρετο δικαίωμά μας. Τα Τέμπη δεν πρέπει να γίνουν άλλοθι για οπισθοδρόμηση

Scroll to Top