Ο δρόμος προς τα αστέρια, της Ingvild H. Rishøi, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, είναι μια χριστουγεννιάτικη νουβέλα, γραμμένη με λογοτεχνική ακρίβεια, που ακροβατεί ανάμεσα στον σκληρό και στον μαγικό ρεαλισμό (η μεταφράστρια το αποδίδει όμορφα με τον όρο ποιητικός ρεαλισμός) και λέει πολλά με λίγες λέξεις.
Στο επίκεντρο έχει δυο καθημερινά οικογενειακά θέματα που δύσκολα θίγονται σε γιορτινά αναγνώσματα: την παιδική φτώχεια, τον γονεϊκό αλκοολισμό και τη συνύπαρξή τους – θέματα που, για να είμαστε ειλικρινείς, δύσκολα θίγονται και στον δημόσιο διάλογο, γιατί φέρνουν σε δύσκολη θέση. Υπάρχουν παντού γύρω μας, αλλά επιλέγουμε είτε να τα αγνοήσουμε είτε να τα στιγματίσουμε, με αποτέλεσμα να γίνονται ολοένα και πιο αόρατα.
Μια τραυματισμένη αγαπημένη οικογένεια
Μέσα από τη ματιά της δεκάχρονης Ρόνια, παρακολουθούμε μια νορβηγική οικογένεια για την οποία οι γιορτές δεν είναι διασκεδαστικές, ούτε καν αυτονόητες. Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, το σύγχρονο και απρόσωπο Όσλο κινείται σε γιορτινούς ρυθμούς. Κόσμος πηγαινοέρχεται στους στολισμένους δρόμους, αγοράζει φυσικά έλατα, ετοιμάζεται να γιορτάσει με μεγαλοπρέπεια και να επιδείξει δημόσια την επίπλαστη ευτυχία του.
Σε μια από τις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές της πόλης ζουν η δεκαεξάχρονη Μελίσα και η δεκάχρονη Ρόνια, με τον τρυφερό και αστείο πατέρα τους, που τις λατρεύει. Η αθώα και άδολη Ρόνια, που πήρε το όνομά της από την ανεξάρτητη και δυναμική Ρόνια, την κόρη του ληστή, ηρωίδα της Άστριντ Λίντγκρεν, είναι η αφηγήτρια της ιστορίας. Από τα λεγόμενά της, καταλαβαίνουμε πόσο αγαπάει τον μπαμπά της και πόσο λαχταράει μια κανονική ζωή. Όμως, ο άνεργος πατέρας συχνά πυκνά πίνει.
Στις περιόδους που είναι βυθισμένος στο αλκοόλ χάνει τις όποιες περιστασιακές δουλειές βρίσκει όταν είναι νηφάλιος. Μαζί τους, χάνεται και κάθε αίσθηση κανονικότητας στο σπίτι. Άδειο πορτοφόλι, άδειο ψυγείο, μπαμπάς σαν φάντασμα στον καναπέ, ιδιοκτήτης σπιτιού που ζητάει το νοίκι, κορίτσια σε κρίση, ξανά και ξανά… Ένας φαύλος κύκλος που μοιάζει αδύνατον να σπάσει. Η οικογένεια μένει κυριολεκτικά αβοήθητη.
Βοήθεια, ελπίδα, ματαίωση σε χριστουγεννιάτικο φόντο
Χάρη στη σχέση που αναπτύσσει η Ρόνια με τον μετανάστη επιστάτη του σχολείου της, στα τέλη του φθινοπώρου, όταν ήδη ο καιρός έχει ήδη κρυώσει πολύ, ο πατέρας βρίσκει εποχική δουλειά ως πωλητής χριστουγεννιάτικων δέντρων και δηλώνει αποφασισμένος να μην αυτοκαταστραφεί για μια ακόμα φορά. Για λίγο, τα κορίτσια, κυρίως η μικρή, παιδί ακόμα, ελπίζουν πως τα πράγματα θα μπουν σε τάξη, πως ο μπαμπάς θα μυρίζει έλατο και όχι μπίρα, τουλάχιστον έως τα Χριστούγεννα, που στη συνείδησή τους εμφανίζονται ως η πεμπτουσία της ντικενσιανής φαντασίωσης, μεταφερμένης στον 21ο αιώνα.
Ίσως τη χρονιά αυτή, να μπορέσουν να πάρουν και δέντρο – αφού ο μπαμπάς είναι υπάλληλος του μεγαλεμπόρου ελάτων Έρικσεν, θα δικαιούται ένα δέντρο δωρεάν ή έστω με έκπτωση, έτσι δεν είναι; Η Μελίσα είναι απαισιόδοξη και αποδεικνύεται πως έχει δίκιο. Η χαρά και η οικογενειακή αγαλλίαση δεν κρατούν. Μετά την είσπραξη της προκαταβολής και το γέμισμα των ντουλαπιών, ο άντρας, που υπόσχεται στις κόρες του πως πάει να τους αγοράσει δώρα, καταλήγει στην παμπ Stargate (Ο δρόμος προς τα αστέρια), μεθάει αναζητώντας τη δική του διέξοδο στο φως, δεν εμφανίζεται στη δουλειά και απολύεται.
Η ευθύνη στα παιδιά
Τότε, η Μελίσα αυτόματα γονεοποιείται. Μάλιστα φαίνεται πως γνωρίζει καλά τη διαδικασία από το παρελθόν. Παίρνει πάνω της την ευθύνη, αντικαθιστώντας τον πατέρα της στη δουλειά. Συνεχίζει το σχολείο, αλλά ταυτόχρονα στήνει αχάραγα μέσα στο κρύο την καθημερινή έκθεση, εργάζεται ξανά τις απογευματινές ώρες ως πωλήτρια, μετράει τα χρήματα. Προσπαθεί για άλλη μια φορά προκειμένου να βγει το φαγητό και το νοίκι και όχι να στήσει ένα πλουσιοπάροχο τραπέζι, με δώρα για όλους κάτω από το έλατο, όπως θα ήθελε η μικρή.
Η Ρόνια αποζητά την αδελφική συμπόρευση στη φαντασίωση μιας κανονικής ζωής, αλλά η κουρασμένη Μελίσα γίνεται απότομη και κλειστή. Αρνείται να ονειρευτεί. Έχει χάσει την πίστη της, γεγονός που γιγαντώνεται όσο πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Έχει κουραστεί να ματαιώνεται από τον μπαμπά τους, τον οποίον έχει αποκαθηλώσει στη συνείδησή της. Παρά την εξάντλησή της, προσπαθεί να χαλαρώνει πού και πού, προκειμένου να καθησυχάζει την αδελφή της, επιτρέποντας στον εαυτό της να ρίξει μια ματιά στο αθώο σύμπαν ευτυχίας που πλάθει το κεφαλάκι της, σε μια προσπάθεια να επιβιώσει.
Η Ρόνια θέλει να είναι παρούσα σε ό,τι κάνει η Μελίσα. Δεν αντέχει τη μοναξιά. Κάθε μέρα, μετά το σχόλασμα, τριγυρίζει κοντά στην αδελφή της, που αντιδρά, όμως σύντομα υποκύπτει στην πίεση της μικρής. Μαζί με τον νεαρό συνάδελφό της, τον Τόμι, που ετοιμάζεται να γίνει πατέρας, βρίσκουν έναν τρόπο να βγάλουν περισσότερα χρήματα.
Η Ρόνια θυμάται το αγαπημένο της παραμύθι, το Κοριτσάκι με τα σπίρτα και αισθάνεται σαν κι εκείνο. Παρατηρεί τους ανθρώπους και χρησιμοποιεί τη φτώχεια, την παιδικότητα και την αθωότητά της, προκειμένου να τους πουλήσει στολίδια ή στεφάνια που κατασκευάζουν εν αγνοία του εργοδότη τους, τηρώντας μια νορβηγική παράδοση. Μολονότι το σχέδιό τους σύντομα γίνεται αντιληπτό, η μικρή προσπαθεί με κάθε ευκαιρία να τρυπώνει στην έκθεση και να βοηθάει όπως μπορεί.
Έχουν μόνο η μια την άλλη…
Οι δυο αδελφές δεν αναλύουν αυτά που ζουν. Η Ρόνια τα λειαίνει με τα χρώματα της φαντασίας της, ελπίζοντας πως αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς, η Μελίσα αναλαμβάνει την επίλυση κάθε προβλήματος, προσφέροντας ταυτόχρονα στη μικρή αδελφή της την τρυφερότητα και τη σιγουριά που χρειάζεται και δεν βρίσκει στον μπαμπά. Η μια βοηθάει την άλλη, καθώς η ζωή τους γκρεμίζεται για άλλη μια φορά μαζί με την ψευδαίσθηση μιας χριστουγεννιάτικης κανονικότητας, έτσι ώστε να μην αφήσουν χώρο στο χάος που ούτως ή άλλως πολλαπλασιάζεται τα Χριστούγεννα να απλωθεί περισσότερο.
…αλλά κάποιοι διατηρούν ακόμα την ανθρωπιά τους
Γύρω τους, πηγαινοέρχονται ενήλικοι. Κάποιοι καταλαβαίνουν και κοιτούν αλλού, λίγοι βοηθούν, με μια καλοσιδερωμένη στολή, με ένα πιάτο φαγητό, με ένα συνωμοτικό βλέμμα κατανόησης. Διακριτικά, σε μικρές δόσεις, αλλά ουσιαστικά. Αυτή η σιωπηρή αλληλεγγύη, η καλοσύνη των ξένων μέσα σε έναν αμείλικτο κόσμο, ένα λαμπρό αστέρι και ένα μαγικό δάσος που προστατεύει οδηγούν την οικογένεια προς το φως. Ο δρόμος προς τα αστέρια, προς έναν τόπο θαλπωρής, συγχώρεσης και καλοσύνης, όπου οι φύλακες-άγγελοι παίρνουν απρόσμενες μορφές είναι ένα χριστουγεννιάτικο θαύμα, με πολλές αναγνώσεις, όχι απαραίτητα θρησκευτικές, αλλά ηθικά απαραίτητες για τη διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Γιατί θα έδινα τον Δρόμο προς τα αστέρια σε ένα παιδί
Το βιβλίο γράφτηκε για ενήλικο κοινό και μπορεί να διαβαστεί ως κοινωνική κριτική του υπερκαταναλωτισμού και της κοινωνικά κατασκευασμένης «τελειότητας των εορτών», τα οποία απομυθοποιεί, επιτρέποντάς τους να επιβιώσουν μόνο ως θραύσματα μαγείας στην παιδική συνείδηση, γιατί τα παιδιά έχουν απόλυτο δικαίωμα στη φαντασία.
Για τον λόγο αυτό, θα το έδινα σε κάθε παιδί εξοικειωμένο με μεγάλο κείμενο – ή θα του το διάβαζα εγώ. Η γραφή της Rishøi, μέσα από την παιδική ματιά της Ρόνια, έχει μια λογοτεχνική απλότητα που μαγεύει κάθε –απομαγεμένο μέσα στο ψηφιακό χάος– αναγνώστη, ανεξαρτήτως ηλικίας. Ίσως είναι μια ευκαιρία να γοητεύσουμε παιδιά δημοτικού μέσα από ένα σκοτεινό παραμύθι που θα τους κινήσει το ενδιαφέρον, γιατί τα αγγίζει και δεν ωραιοποιεί τις ρωγμές – όσο κι αν δεν θέλουμε να το πιστέψουμε λέει αλήθειες που δεν κρύβονται όσο κι αν τις αποσιωπούμε.
Άλλωστε, συνδιαλέγεται αφηγηματικά με μια άλλη στενάχωρη γιορτινή ιστορία, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, ένα κλασικό παιδικό παραμύθι, με ανοιχτό τέλος, που διαδραματιζόταν επίσης σε μια εποχή κοινωνικής ασφυξίας. Και φυσικά, στο φόντο, υπάρχει πάντοτε η λογοτεχνικά αρχετυπική στο είδος διηλικιακή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία – ως παντοτινή υπενθύμιση των ταξικών διαφορών, της δύναμης του χρήματος και της πολύπλοκης και ευμετάβλητης ανθρώπινης φύσης, ιδιαίτερα σε περιόδους ψυχικής έντασης, όπως στις γιορτές.
Μεταξύ ρεαλισμού και μαγείας
Ο δρόμος προς τα αστέρια είναι ιστορία δύσκολη, άβολη, αλλά ειλικρινής. Στρέφει το βλέμμα σε μια τραυματική οικογενειακή πραγματικότητα επισφάλειας που υπάρχει έντονα γύρω μας, μα συχνά μένει κρυφή. Για τα παιδιά που μεγαλώνουν σε σπίτια όπου ο γονιός (ή οι γονείς) δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τα αγαπάει ή ότι τα βλάπτει συνειδητά. Και δίνει χώρο στην πίστη για ένα μεταμορφωτικό θαύμα ως αντίσταση στην πραγματικότητα, ως μια ανάσα στο χάος.
Το παιδί 8+ που θα ακούσει την ιστορία δεν θα εκπλαγεί. Θα στενοχωρηθεί, αλλά θα βρει παρηγοριά στο καθαρτικό ανοιχτό τέλος της, που θα ερμηνεύσει ανάλογα με το πόσο αντέχει ή με το πόση ανακούφιση χρειάζεται. Το βιβλίο υπενθυμίζει τι συμβαίνει όταν ο ενήλικος αφήνει τον εαυτό του αφρόντιστο, εξαιτίας της χρήσης (και όχι μόνο) και έτσι χάνει τη φροντιστική του ικανότητα προς τα παιδιά του. Τότε, η ευθύνη πέφτει σε εκείνα, που αναγκάζονται να μάθουν με σκληρό τρόπο τι σημαίνει αδελφική φροντίδα και γονεϊκή συγχώρεση, πόση σημασία έχει η ανθρώπινη αλληλεγγύη, αλλά και πώς και από ποιον να τη ζητήσουν, ώστε να προχωρήσουν βήμα βήμα προς μια καλύτερη ζωή, όπως την ονειρεύονται.
Για κάποια παιδιά, τα πιο προνομιούχα, αυτή η νουβέλα, πέραν της λογοτεχνικής απόλαυσης, είναι ένας τρόπος να καταλάβουν τον αληθινό κόσμο δίπλα τους, να ερμηνεύσουν άρρητες καταστάσεις, να αισθανθούν ευγνωμοσύνη και να αποκτήσουν ενσυναίσθηση. Για κάποια άλλα, μπορεί να λειτουργήσει κυρίως ως μια αναγνώριση ότι αυτό που ζουν, η αναγκαστική και ξαφνική πρόωρη ενηλικίωση, έχει όνομα και συμβαίνει και σε άλλους. Ακριβώς με τους ίδιους τρόπους, Ο δρόμος προς τα αστέρια αγγίζει την καρδιά κάθε ενήλικου αναγνώστη. Κυρίως γιατί τον οδηγεί να διαβάσει ξανά τη ζωή του ως δεκάχρονο παιδί.
Ingvild H. Rishøi, Ο δρόμος προς τα αστέρια, μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Εκδόσεις Μεταίχμιο.



