Highlights
- Η Ελλάδα παραμένει κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τρία βασικά πεδία.
- Ένα στα δύο παιδιά βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας στα μαθηματικά.
- Η κατανόηση κειμένου παρουσιάζει τη μεγαλύτερη υποχώρηση σε σχέση με το 2022.
- Σχεδόν ένα στα τρία παιδιά έχει χαμηλές επιδόσεις και στα τρία πεδία.
- Ελάχιστοι μαθητές φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα της αξιολόγησης.
Τα αποτελέσματα της διεθνούς αξιολόγησης PISA 2025, που δημοσίευσε στις 8 Σεπτεμβρίου 2026 ο ΟΟΣΑ, καταδεικνύουν ότι οι επιδόσεις των μαθητών και των μαθητριών στην Ελλάδα παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τον μέσο όρο των χωρών που συμμετέχουν στις αξιολογήσεις του Οργανισμού. Πάμε να εξετάσουμε μαζί τα πρώτα αποτελέσματα που δόθηκαν στη δημοσιότητα.
Τι είναι το PISA;
Το PISA είναι η διεθνής εκπαιδευτική αξιολόγηση του ΟΟΣΑ, τετραετούς περιοδικότητας, που εξετάζει τι μπορούν να κάνουν στην πράξη, με όσα έχουν μάθει, μαθητές και μαθήτριες ηλικίας 15 ετών από πολλές και διαφορετικές χώρες. Οι εξεταζόμενοι/-ες δεν βαθμολογούνται σύμφωνα με το ελληνικό σύστημα. Οι επιδόσεις τους αποτυπώνονται σε μια κλίμακα που έχει διαμορφωθεί γύρω από τις 500 μονάδες, ενώ περίπου τα δύο τρίτα των μαθητών στις χώρες του ΟΟΣΑ κινούνται μεταξύ 400 και 600 μονάδων.
Για να καταλάβουμε, λοιπόν, πώς ερμηνεύεται μια βαθμολογία, τη συγκρίνουμε με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και κυρίως με τα επίπεδα επάρκειας, τα οποία περιγράφουν τι είναι σε θέση να κάνει ένας μαθητής ή μια μαθήτρια.
Οι επιδόσεις κατατάσσονται σε επίπεδα επάρκειας, από το 1 έως το 6, με επιμέρους υποδιαιρέσεις στο χαμηλότερο επίπεδο. Το Επίπεδο 2 αποτελεί το βασικό όριο επάρκειας, ενώ τα Επίπεδα 5 και 6 αντιστοιχούν στις υψηλότερες επιδόσεις. Άρα, για παράδειγμα, οι 424 μονάδες στα μαθηματικά δεν σημαίνουν «10 ή 12 στα 20». Σημασία έχει πόσο απέχουν από τον μέσο όρο και πόσα παιδιά βρίσκονται κάτω ή πάνω από το βασικό επίπεδο μαθησιακής επάρκειας.
Το PISA 2025 ήταν η μεγαλύτερη αξιολόγηση που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα στο πλαίσιο του προγράμματος. Συμμετείχαν περισσότεροι από 760.000 μαθητές και μαθήτριες από 91 χώρες και οικονομίες, αντιπροσωπεύοντας περίπου 33 εκατομμύρια παιδιά ηλικίας 15 ετών. Στην Ελλάδα πήραν μέρος 6.858 μαθητές και μαθήτριες από 229 σχολεία, ένα δείγμα που αντιπροσωπεύει περίπου 101.800 παιδιά της ίδιας ηλικίας, δηλαδή το 95% του αντίστοιχου μαθητικού πληθυσμού. Στις φυσικές επιστήμες η Ελλάδα συγκεντρώνει 434 μονάδες, στα μαθηματικά 424 και στην κατανόηση κειμένου 423. Οι αντίστοιχοι μέσοι όροι του ΟΟΣΑ είναι 482, 463 και 461 μονάδες.
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, οι δοκιμασίες του PISA εξετάζουν κατά πόσο οι μαθητές και οι μαθήτριες μπορούν να χρησιμοποιήσουν όσα γνωρίζουν για να αντιμετωπίσουν προβλήματα, να σκεφτούν κριτικά και να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά. Κύριο πεδίο της αξιολόγησης του 2025 ήταν οι φυσικές επιστήμες. Αξιολογήθηκαν επίσης τα μαθηματικά και η κατανόηση κειμένου, ενώ για πρώτη φορά περιλήφθηκε η μάθηση στον ψηφιακό κόσμο.
PISA 2025: Η Ελλάδα ξανά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ
Στις φυσικές επιστήμες η Ελλάδα συγκέντρωσε 434 μονάδες, στα μαθηματικά 424 και στην κατανόηση κειμένου 423. Οι αντίστοιχοι μέσοι όροι του ΟΟΣΑ είναι 482, 463 και 461 μονάδες. Η απόσταση από τον μέσο όρο είναι μεγάλη και στα τρία βασικά πεδία. Στις φυσικές επιστήμες φτάνει τις 48 μονάδες, στα μαθηματικά τις 39 και στην κατανόηση κειμένου τις 38.
Σε σχέση με το PISA 2022, ο επίσημος πίνακας του ΟΟΣΑ καταγράφει για την Ελλάδα πτώση κατά 7 μονάδες στις φυσικές επιστήμες, κατά 6 μονάδες στα μαθηματικά και κατά 16 μονάδες στην κατανόηση κειμένου. Εδώ, αξίζει να σημειωθεί ότι στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες η διαφορά από το 2022 είναι στατιστικά ασήμαντη, σε αντίθεση με την υποχώρηση στην κατανόηση κειμένου, που έχει υψηλή στατιστική σημαντικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν σημαίνει ότι η εικόνα στα άλλα δύο πεδία είναι καθησυχαστική, καθώς οι επιδόσεις των μαθητών και των μαθητριών στην Ελλάδα εμφανίζονταν χαμηλές ήδη 8 χρόνια πριν. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι μέσες επιδόσεις της Ελλάδας τόσο στα μαθηματικά όσο και στις φυσικές επιστήμες βρίσκονται πλέον χαμηλότερα από το 2018 και από κάθε προηγούμενη αξιολόγηση για την οποία υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία.
Στην κατανόηση κειμένου, η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το πεδίο αυτό συνδέεται άμεσα με τη μάθηση και στα υπόλοιπα γνωστικά αντικείμενα, επομένως λειτουργεί ως ομπρέλα. Το 2022 η Ελλάδα είχε ήδη καταγράψει μεγάλη πτώση. Τρία χρόνια αργότερα, όχι μόνο δεν ανακτήθηκαν οι απώλειες, αλλά οι επιδόσεις των μαθητών επιδεινώθηκαν.
Τα μισά παιδιά δεν προσεγγίζουν το βασικό επίπεδο στα μαθηματικά
Πέραν από τον μέσο όρο των βαθμολογιών, η κατανομή στα επίπεδα επάρκειας δημιουργεί με τη σειρά της προβληματισμούς. Στα μαθηματικά, μόλις το 50% των μαθητών και μαθητριών στην Ελλάδα φτάνει τουλάχιστον στο Επίπεδο 2, έναντι 65% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Αυτό σημαίνει ότι ένα στα δύο παιδιά που συμμετείχαν στην αξιολόγηση στην Ελλάδα βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας. Στο Επίπεδο 2, ένας μαθητής ή μια μαθήτρια μπορεί, χωρίς άμεσες οδηγίες, να αναγνωρίσει πώς μια απλή πραγματική κατάσταση μπορεί να αποδοθεί μαθηματικά.
Στην κατανόηση κειμένου, τουλάχιστον στο Επίπεδο 2 φτάνει το 56% των μαθητών και μαθητριών στην Ελλάδα, έναντι 69% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Σε αυτό το επίπεδο, οι μαθητές μπορούν να εντοπίσουν την κεντρική ιδέα ενός κειμένου μεσαίου μήκους, να συγκεντρώσουν συγκεκριμένες πληροφορίες και, όταν τους ζητηθεί, να εξετάσουν τον σκοπό και τη μορφή του.
Στις φυσικές επιστήμες το αντίστοιχο ποσοστό είναι 59%, έναντι 74% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Στο βασικό αυτό επίπεδο οι μαθητές και οι μαθήτριες μπορούν, μεταξύ άλλων, να εξηγήσουν ένα απλό επιστημονικό φαινόμενο και να καταλάβουν αν ένα συμπέρασμα προκύπτει πράγματι από τα στοιχεία που τους δίνονται.
Η μεταβολή σε βάθος δεκαετίας είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Από το 2015 έως το 2025, το ποσοστό όσων βρίσκονται κάτω από το Επίπεδο 2 αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες στα μαθηματικά, κατά 17 στην κατανόηση κειμένου και κατά 8 στις φυσικές επιστήμες.
Ελάχιστα παιδιά στην Ελλάδα πετυχαίνουν υψηλές επιδόσεις
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο μεγάλο ποσοστό παιδιών που δυσκολεύονται να κατακτήσουν τις βασικές δεξιότητες. Πολύ μικρό είναι και το ποσοστό εκείνων που φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα του PISA.
Στα μαθηματικά, μόλις το 2% των μαθητών και μαθητριών στην Ελλάδα φτάνει στα Επίπεδα 5 ή 6, έναντι 8% στον ΟΟΣΑ. Στις φυσικές επιστήμες το ποσοστό είναι 1%, έναντι 7%, και στην κατανόηση κειμένου επίσης 1%, έναντι 6%.
Συνολικά, μόλις το 3,3% του μαθητικού δείγματος στην Ελλάδα κατατάσσεται στις υψηλές επιδόσεις σε τουλάχιστον ένα από τα τρία βασικά πεδία, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 11,9%. Την ίδια ώρα, το 31,4% βρίσκεται κάτω από το Επίπεδο 2 και στα τρία πεδία ταυτόχρονα. Στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 19,7%.
Με άλλα λόγια, σχεδόν ένα στα τρία παιδιά που συμμετείχαν στην αξιολόγηση στην Ελλάδα δεν κατακτά το βασικό επίπεδο επάρκειας ούτε στις φυσικές επιστήμες ούτε στα μαθηματικά ούτε στην κατανόηση κειμένου. Και λιγότερα από τέσσερα στα εκατό φτάνουν σε υψηλό επίπεδο σε έστω ένα από αυτά.
Η πτώση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα
Το PISA 2025 καταγράφει νέα υποχώρηση σε μεγάλο μέρος των χωρών του ΟΟΣΑ. Στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου, οι μέσες επιδόσεις έχουν φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το PISA.
Μολονότι το PISA 2022 δεν θεωρείται και δεν εξετάζεται ως στατιστικά συγκρίσιμο ούτε με τις προηγούμενες ούτε με την επόμενη αξιολόγηση, καθώς έλαβε χώρα μέσα σε μια έκτακτη μαθησιακή συνθήκη, με τρόπους πρωτόγνωρους και μέσα σε συλλογικό κοινωνικό στρες, υπάρχουν συσχετιστικά στοιχεία που δεν περνούν απαρατήρητα.
Από το 2022 έως το 2025, ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ μειώθηκε κατά 9 μονάδες στα μαθηματικά και περίπου 14 στην κατανόηση κειμένου. Στις φυσικές επιστήμες παρέμεινε ουσιαστικά σταθερός. Αν εξετάσουμε τη δεκαετία 2015-2025, η πτώση αγγίζει τις 22 μονάδες στα μαθηματικά και τις 28 στην κατανόηση κειμένου. Το ποσοστό των μαθητών και μαθητριών που έχουν χαμηλές επιδόσεις και στα τρία βασικά πεδία έχει επίσης αυξηθεί. Το 2022 ήταν 16%. Σήμερα είναι περίπου 20%, δηλαδή ένα στα πέντε παιδιά που αξιολογούνται.
Η γενικευμένη αυτή υποχώρηση δεν αναιρεί την απόσταση των μαθητών και των μαθητριών της Ελλάδας από τον μέσο όρο των συμμετεχουσών χωρών. Ναι μεν η χώρα ακολουθεί μια διεθνή πτωτική πορεία, έχει όμως ήδη χαμηλότερες επιδόσεις και μεγαλύτερο ποσοστό μαθητών και μαθητριών που δεν κατακτούν τη βασική επάρκεια.
Και για πρώτη φορά, μάθηση στον ψηφιακό κόσμο
Το PISA 2025 προσθέτει ένα νέο πεδίο που θα μας απασχολήσει πολύ περισσότερο το επόμενο διάστημα: τη μάθηση στον ψηφιακό κόσμο.
Στην υπολογιστική επίλυση προβλημάτων, η Ελλάδα συγκεντρώνει 461 μονάδες, έναντι 500 κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Η αξιολόγηση εξετάζει την ικανότητα των μαθητών και μαθητριών να χρησιμοποιούν ψηφιακά εργαλεία και υπολογιστικές πρακτικές για να αντιμετωπίζουν προβλήματα, να δοκιμάζουν λύσεις και να προσαρμόζουν την πορεία τους με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνουν.
Επιπροσθέτως, το PISA 2025 παρουσιάζει δεδομένα για τη χρήση ψηφιακών συσκευών στο σχολείο, τη διάσπαση της προσοχής, τα έξυπνα τηλέφωνα, τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης και τη σχέση όλων αυτών με τη μάθηση. Η πλήρης ανάλυση της αυτορρυθμιζόμενης μάθησης στο ψηφιακό περιβάλλον αναμένεται να δημοσιευτεί το 2027.
Σε αυτά θα επιστρέψουμε με ξεχωριστά άρθρα στο ParentStories. Τα αποτελέσματα που μόλις δημοσιεύτηκαν κρύβουν πολλά περισσότερα από όσα χωρούν σε μια πρώτη παρουσίαση των επιδόσεων στην Ελλάδα. Ορισμένα από τα νέα ευρήματα αξίζουν να εξεταστούν ξεχωριστά.
Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που θα επιμείνω σε αυτή τη συζήτηση το επόμενο διάστημα. Σύντομα θα κυκλοφορήσει σε μετάφρασή μου ένα βιβλίο που πραγματεύεται ακριβώς την επίδραση των οθονών και της Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας στην εκπαίδευση και στη μάθηση. Τα νέα στοιχεία του PISA προσθέτουν πολύ πρόσφατα δεδομένα σε ερωτήματα που βρίσκονται στον πυρήνα του βιβλίου και, κυρίως, αφορούν άμεσα το σχολείο στο οποίο φοιτούν σήμερα τα παιδιά μας.



