Τεχνητή Νοημοσύνη παιδιά δεξιότητες γνωστικές εκχώρηση της σκέψης σχολείο εκπαίδευση γνωστικές δεξιότητες

Τεχνητή νοημοσύνη και παιδιά: Ο Daniel Susskind για το μέλλον της εκπαίδευσης

Highlights

  • Ο Daniel Susskind απορρίπτει την απλή απαγόρευση της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση.
  • Ανάγνωση, γραφή και μαθηματικά αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, γιατί επιτρέπουν στα παιδιά να ελέγχουν τις απαντήσεις της ΤΝ.
  • Η βασική του αρχή είναι «διδάσκουμε και τα δύο, εξετάζουμε και τα δύο»: χρήση της ΤΝ, αλλά και ικανότητα εργασίας χωρίς αυτήν.
  • Η χρήση μιας οθόνης πρέπει να κρίνεται από το περιεχόμενο, τον σκοπό και τον τρόπο συμμετοχής του παιδιού, όχι μόνο από τον χρόνο.
  • Το ζητούμενο είναι τα παιδιά να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη χωρίς να της εκχωρούν τη σκέψη τους.

Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ένα άρθρο του οικονομολόγου και συγγραφέα δρα Daniel Susskind στον Guardian για την τεχνητή νοημοσύνη, τα παιδιά, τις γνωστικές δεξιότητες και το μέλλον της εκπαίδευσης, με αφορμή την έκδοση του νέου βιβλίου του What Should My Children Do? How to Flourish in the Age of AI.

Ο Susskind μελετά εδώ και δεκαπέντε χρόνια τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία και την κοινωνία. Σήμερα, ως πατέρας τριών παιδιών, αντιμετωπίζει από διαφορετική θέση τις ίδιες προκλήσεις που απασχολούν ολοένα και περισσότερους γονείς: Τι πρέπει να μάθουν τα παιδιά μας σήμερα; Μέσα από ποιες εκπαιδευτικές διαδρομές; Ποιες δεξιότητες θα εξακολουθήσουν να έχουν αξία; Και πώς μπορούν να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη χωρίς να εξαρτώνται από αυτήν;

Οι θέσεις του είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Κάνω, λοιπόν, μια προσπάθεια να τις παρουσιάσω με συνοχή και σαφήνεια, ως τροφή για σκέψη και προβληματισμό για τις γενιές που έρχονται. Φυσικά, λάβετε υπόψη σας ότι ο συγγραφέας μιλάει για την εκπαίδευση σε χώρες όπου ο ψηφιακός μετασχηματισμός της έχει γίνει δομημένα και με συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Daniel Susskind
Daniel Susskind

 

Μια βόλτα στην άδεια Ντίσνεϊλαντ

Όταν ήταν παιδί, ο Susskind και ο πατέρας του σχεδίαζαν να γράψουν μαζί μια ιστορία με τίτλο «Η μέρα που κανείς δεν πήγε στην Ντίσνεϊλαντ». Η ιδέα του παραμυθιού ήταν απλή: μια μέρα με υπέροχο καιρό, όλοι αποφασίζουν να μείνουν μακριά από το πάρκο, επειδή φοβούνται ότι θα έχει υπερβολικό κόσμο. Μόνο ένας πατέρας και το παιδί του τολμούν τελικά να πάνε και βρίσκουν ολόκληρη την Ντίσνεϊλαντ άδεια.

Η ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ. Τριάντα χρόνια αργότερα, ο Susskind τη διηγήθηκε στην οκτάχρονη κόρη του. Μαζί έδωσαν την κεντρική ιδέα στο ChatGPT και του ζήτησαν να τη μετατρέψει σε παιδικό αφήγημα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαν μπροστά τους μια πρώτη εκδοχή.

Το αποτέλεσμα είχε αδυναμίες. Υπήρχαν φράσεις που δεν έβγαζαν νόημα, ενώ στο παραμύθι είχαν παρεισφρήσει αμερικανικές λέξεις και αναφορές. Πατέρας και κόρη, όμως, συνέχισαν να επεξεργάζονται τις προτροπές, να διορθώνουν την ιστορία και να προσθέτουν σκηνές. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικατέστησε τη μεταξύ τους δημιουργική διαδικασία. Έγινε το εργαλείο που τους επέτρεψε να πραγματοποιήσουν μια ιδέα η οποία είχε μείνει για δεκαετίες ανολοκλήρωτη.

Ένα κατασκευασμένο εκπαιδευτικό podcast

Λίγο αργότερα, ο Susskind και η οικογένειά του άκουγαν στο αυτοκίνητο ένα αξιόλογο εκπαιδευτικό podcast, το οποίο φαινόταν να παρουσιάζουν δύο παιδιά. Όταν αναζήτησαν περισσότερες πληροφορίες, ανακάλυψαν ότι οι δύο μικροί παρουσιαστές δεν υπήρχαν. Ολόκληρη η παραγωγή είχε δημιουργηθεί, όπως όλα έδειχναν, με τεχνητή νοημοσύνη.

Τα δύο περιστατικά δείχνουν τις διαφορετικές όψεις της ίδιας τεχνολογίας. Από τη μία πλευρά, ένα εργαλείο που μπορεί να στηρίξει τη μάθηση και τη δημιουργικότητα. Από την άλλη, πρακτικές που θολώνουν τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και στο κατασκευασμένο και μπορούν να εκτελέσουν μέσα σε ελάχιστο χρόνο εργασίες που μέχρι σήμερα απαιτούσαν μια ολόκληρη ομάδα επαγγελματιών.

Τεχνητή νοημοσύνη και παιδιά: μπορούμε να τα προετοιμάσουμε για ένα άγνωστο μέλλον;

Γονείς, εκπαιδευτικοί και εργοδότες βρίσκονται μπροστά σε μια κοινή προβληματική συνθήκη. Οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται ότι οι παραδοσιακοί τρόποι διδασκαλίας και αξιολόγησης κλονίζονται. Οι γονείς παρακολουθούν τα παιδιά να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να απαντούν σε ερωτήσεις και αναρωτιούνται τι γνωρίζουν πραγματικά. Οι εργοδότες δυσκολεύονται πλέον να κρίνουν αν μια εργασία, ένας βαθμός ή ένα πτυχίο αποδεικνύουν τις πραγματικές ικανότητες ενός νέου ανθρώπου.

Η πρώτη αντίδραση είναι συχνά η απαγόρευση. Ο Susskind τη θεωρεί αδιέξοδη. Τα παιδιά θα μεγαλώσουν σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη θα βρίσκεται παντού. Αν τα εκπαιδεύσουμε αποκλειστικά για τον κόσμο στον οποίο μεγαλώσαμε εμείς, θα τα αφήσουμε απροετοίμαστα για τη δική τους ενήλικη ζωή.

Θέτει, μάλιστα, έναν προβληματισμό του: όταν ένας μαθητής χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για μια σχολική εργασία, τον κατηγορούμε ότι εξαπατά το σχολείο. Σε ποιο σημείο, όμως, αρχίζει το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα να εξαπατά τον μαθητή, επειδή εξακολουθεί να του αναθέτει εργασίες τις οποίες ένα ψηφιακό εργαλείο μπορεί να ολοκληρώσει σε λίγα δευτερόλεπτα;

Η ιδέα των «σίγουρων δεξιοτήτων» έχει ήδη διαψευστεί

Για χρόνια, κυβερνήσεις και εκπαιδευτικά συστήματα επένδυσαν στην εκμάθηση προγραμματισμού. Η συγγραφή κώδικα συστήθηκε σε μαθητές και γονείς ως μία δεξιότητα που θα προστάτευε τα παιδιά από τις ανατροπές της τεχνολογίας και θα τους εξασφάλιζε μια καλή θέση στην αγορά εργασίας.

Σήμερα, η συγγραφή κώδικα αποτελεί μία από τις εργασίες στις οποίες τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης αποδίδουν εντυπωσιακά καλά. Μια δεξιότητα που εμφανίστηκε ως εγγύηση για το μέλλον άρχισε να αυτοματοποιείται πριν ακόμη αποφοιτήσουν οι μαθητές που τη διδάχθηκαν.

Ο Susskind, λοιπόν, διαπιστώνει το προφανές: δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια ποιες εξειδικευμένες δεξιότητες θα παραμείνουν πολύτιμες για τις επόμενες δεκαετίες. Γνωρίζουμε μόνο ότι η τεχνολογία θα γίνει ισχυρότερη. Για όλα τα υπόλοιπα, διαθέτουμε κυρίως υποθέσεις.

Επιστροφή στην καλλιέργεια βασικών γνωστικών δεξιοτήτων

Μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα, ο Susskind προτείνει μια επιλογή χαμηλού ρίσκου: να δώσουμε ξανά μεγάλη βαρύτητα στην ανάγνωση, στη γραφή και στα μαθηματικά – σε όσα δηλαδή διδάσκονταν αναλυτικά στο σχολείο οι μαθητές εδώ και αιώνες.

Οι βασικές αυτές δεξιότητες παραμένουν αναγκαίες για δύο λόγους. Πρώτον, αποτελούν προϋπόθεση ώστε να καλλιεργηθούν οι σύνθετες γνωστικές δεξιότητες που είναι απαραίτητες σε κάθε άνθρωπο, όπως η κριτική σκέψη, η δημιουργικότητα και η επίλυση προβλημάτων. Δεύτερον, επιτρέπουν στα παιδιά να ελέγχουν όσα παράγει η τεχνητή νοημοσύνη.

Τα συστήματα αυτά κάνουν λάθη. Μπορούν να επινοήσουν στοιχεία, να παρουσιάσουν ανύπαρκτες πηγές και να δώσουν μια λανθασμένη απάντηση με απόλυτη βεβαιότητα. Ένα παιδί που δεν κατανοεί το κείμενο που διαβάζει ή δεν κατέχει τις βασικές μαθηματικές έννοιες δεν μπορεί να αντιληφθεί πότε η απάντηση της μηχανής είναι ανακριβής ή παράλογη. Ας μη γελιόμαστε. Πάνω κάτω το ίδιο συμβαίνει και με πολλούς ενηλίκους που, θεωρητικά τουλάχιστον, είναι πιο καλλιεργημένοι γνωστικά.

Η ανάγνωση και τα μαθηματικά, λοιπόν, δεν χάνουν την αξία τους επειδή η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διαβάσει, να συνοψίσει ή να κάνει υπολογισμούς. Αντιθέτως, έχουν ακόμα μεγαλύτερη αξία, επειδή μας επιτρέπουν να τη χρησιμοποιούμε με σκέψη και κριτική ικανότητα.

Διδάσκουμε και τα δύο, εξετάζουμε και τα δύο

Για να εξηγήσει πώς θα μπορούσε να αλλάξει η εκπαίδευση, ο Susskind επιστρέφει στη δεκαετία του 1970 και στη συζήτηση που είχε προκαλέσει τότε η αριθμομηχανή. Πολλοί φοβούνταν ότι η χρήση της θα κατέστρεφε τις βασικές μαθηματικές δεξιότητες των μαθητών.

Η λύση που τελικά επικράτησε ήταν πρακτική. Τα παιδιά έμαθαν να λύνουν προβλήματα και με αριθμομηχανή και χωρίς αυτήν. Εξετάζονταν επίσης και στους δύο τρόπους εργασίας. Έτσι διατηρούσαν τις βασικές δεξιότητες, ενώ μάθαιναν να χρησιμοποιούν το νέο εργαλείο για πιο σύνθετα προβλήματα.

Ο Susskind προτείνει να εφαρμοστεί η ίδια αρχή στην τεχνητή νοημοσύνη: «Διδάσκουμε και τα δύο, εξετάζουμε και τα δύο». Σε κάθε μάθημα, οι μαθητές θα πρέπει να μαθαίνουν να εργάζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, να της δίνουν κατάλληλες προτροπές, να ελέγχουν τις απαντήσεις της και να αξιοποιούν τις δυνατότητές της. Θα πρέπει, όμως, να μπορούν να διαβάζουν, να γράφουν, να συντάσσουν κείμενα, να επιχειρηματολογούν και να λύνουν προβλήματα και χωρίς αυτήν.

Δεν έχουν όλες οι οθόνες την ίδια επίδραση

Ο Susskind κάνει ακόμη μία σημαντική διάκριση. Η δικαιολογημένη ανησυχία για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν πρέπει να οδηγεί σε μια γενικευμένη καταδίκη κάθε ψηφιακού εργαλείου.

Άλλο ένα παιδί που παρακολουθεί επί μία ώρα σύντομα βίντεο και άλλο ένα παιδί που χρησιμοποιεί μία οθόνη για εκπαιδευτικούς σκοπούς: για να φτιάξει ένα παιχνίδι εξάσκησης στην προπαίδεια, για να γράψει μια ιστορία κατάλληλη για το αναγνωστικό του επίπεδο ή να εξερευνήσει τη διαδρομή των ηρώων ενός μυθιστορήματος πάνω σε έναν διαδραστικό χάρτη.

Ο χρόνος μπροστά στην οθόνη από μόνος του δεν μας λέει αρκετά. Χρειάζεται να λαμβάνουμε υπόψη τι κάνει το παιδί, για πόση ώρα, με ποιον σκοπό, με ποιο περιεχόμενο και με ποιον βαθμό συμμετοχής.

Ο συγγραφέας βλέπει επίσης μεγάλες δυνατότητες της ΤΝ στην εξατομικευμένη διδασκαλία. Ένα αυτοματοποιημένο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να εξηγήσει εκ νέου μια δύσκολη έννοια, να προσαρμόσει το λεξιλόγιο στην ηλικία του παιδιού και να δημιουργήσει ασκήσεις με βάση τις συγκεκριμένες δυσκολίες του. Δεν κουράζεται, δεν βιάζεται και είναι διαθέσιμο οποιαδήποτε ώρα. Αυτό, φυσικά, δεν το μετατρέπει αυτομάτως σε καλό δάσκαλο ούτε αναιρεί την αξία της ανθρώπινης σχέσης. Όμως, η παιδαγωγική αξιοποίησή του χρειάζεται σοβαρή μελέτη και όχι αντανακλαστικές απαγορεύσεις.

Τα επαγγέλματα θα αλλάξουν, τα προβλήματα θα παραμείνουν

Ο Susskind συμβουλεύει τους νέους να μην επιλέγουν το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν με βάση τη σημερινή εικόνα του. Η καθημερινότητα ενός γιατρού, ενός δικηγόρου ή ενός προγραμματιστή πιθανότατα θα αλλάξει σημαντικά μέσα στα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτό παρακινεί τους νέους να στρέφονται προς την τεχνητή νοημοσύνη και τις επιστήμες, επειδή στα πεδία αυτά αναμένονται μέσα στα επόμενα χρόνια θεαματικές αλλαγές.

Τα προβλήματα, όμως, θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν. Οι κοινωνίες θα χρειάζονται ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τη βελτίωση της υγείας, την απονομή δικαιοσύνης, την εκπαίδευση ή την επιστημονική έρευνα – και που έχουν την κατάρτιση και τη γνώση να εργαστούν πάνω σε αυτά. Αυτό που ενδέχεται να αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο θα δουλεύουν και τα εργαλεία που θα χρησιμοποιούν

Πώς αποφεύγουμε την εκχώρηση της σκέψης

Ο Susskind εστιάζει στην ουσία της συζήτησης. Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν τα παιδιά πρέπει να χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη. Ήδη τη χρησιμοποιούν και θα τη συναντούν όλο και συχνότερα. Το ερώτημα είναι πώς θα μάθουν να τη χρησιμοποιούν σωστά και κυρίως χωρίς να της εκχωρούν τη σκέψη τους.

Για να αποφευχθεί η εκχώρηση της σκέψης, τα παιδιά χρειάζεται να έχουν ισχυρές βασικές γνωστικές δεξιότητες. Χωρίς πραγματική γνώση, δεν θα μπορούν να αναγνωρίζουν τα λάθη. Χρειάζονται εξάσκηση τόσο με τα νέα εργαλεία όσο και χωρίς αυτά. Και χρειάζονται ενήλικους που θα εξετάσουν σοβαρά τις δυνατότητες και τους κινδύνους τους, αντί να περιοριστούν είτε στον ενθουσιασμό είτε στον φόβο.

Εμείς μπορεί να δυσκολευόμαστε ακόμη να φανταστούμε όλες τις χρήσεις αυτής της τεχνολογίας. Τα παιδιά πιθανότατα θα βρουν εκεί δυνατότητες που σήμερα μας διαφεύγουν. Η δική μας ευθύνη είναι να τους δώσουμε τις γνωστικές δεξιότητες και τη βαθιά κριτική σκέψη που χρειάζονται, ώστε να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τα νέα εργαλεία με τρόπο που θα βελτιώσει τη ζωή τους σε κάθε επίπεδο. Τέλος, να θυμόμαστε κάθε στιγμή ότι αυτό δεν είναι ούτε εύκολο ούτε δεδομένο.

Κανείς δεν έχει manual για τη γονεϊκότητα, αλλά έχουμε ο ένας τον άλλον.

Γίνε μέλος της παρέας του ParentStories για ιστορίες, ιδέες και σκέψεις που κάνουν τη γονεϊκότητα λίγο πιο αληθινή και λίγο πιο ελαφριά!

Βρες έμπνευση, στήριξη και καινούργιες οπτικές που θα σε συνοδεύουν σε αυτό το ταξίδι.

We don’t spam! Read our privacy policy for more info.