Highlights
- Η Μαριέττα Κόντου μιλά για τη νέα ιστορία της Περ και για ένα παιδί που ζητά να υπάρξει έξω από ρόλους αποφασισμένους από άλλους.
- Η συνέντευξη ανοίγει τη συζήτηση για τα στερεότυπα που περνούν στα παιδιά από το σπίτι, το σχολείο και τις οθόνες.
- Η συγγραφέας σχολιάζει τη φαντασίωση της ακούραστης μητέρας και το βάρος που εξακολουθεί να φορτώνεται στις γυναίκες.
- Το βιβλίο υπερασπίζεται τη λογοτεχνία απέναντι στα παιδικά βιβλία που λειτουργούν ως σεμινάρια συμπεριφοράς με εικόνες.
- Η γονεϊκότητα στη μετά-COVID εποχή παρουσιάζεται ως πεδίο εξάντλησης, υπερπληροφόρησης και συχνά μηχανικής παρουσίας.
Σε μια εποχή όπου το παιδικό βιβλίο συχνά εγκλωβίζεται σε ρόλο παιδαγωγικού εργαλείου, η Μαριέττα Κόντου εμπιστεύεται την παιδική ευφυΐα και οξυδέρκεια, και δίνει στα παιδιά τον χώρο να είναι ο εαυτός τους. Στο νέο της βιβλίο Η Περ αποφασίζει: Η μαγεία της διαφορετικότητας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, η γνωστή συγγραφέας και ψυχολόγος μεταμορφώνει αλήθειες, που συλλέγει χρόνια τώρα αλληλεπιδρώντας με οικογένειες, σε μια ζωντανή, πολύβουη ιστορία, όπου οι ρόλοι ανατρέπονται με χιούμορ και οι ενήλικοι είναι αυτοί που, τελικά, δυσκολεύονται να δουν το προφανές.
Η Περ είναι ένα γενναίο κορίτσι με ανοιχτό μυαλό και απέραντη φαντασία! Δεν της αρέσει να την αποκαλούν «κουτσομπόλα» και «κλαψιάρα» απλά επειδή είναι κορίτσι. Ούτε της αρέσει να φοράει μόνο ροζ ή κόκκινα και να παίζει με κοριτσίστικα παιχνίδια μόνο και μόνο επειδή οι άλλοι της λένε ότι αυτά πρέπει να προτιμάει.
Η Περ πιστεύει ότι όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από το φύλο τους, έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν τι θα φορούν και πώς θα παίζουν, το ίδιο και οι φίλοι της που είναι ξεχωριστοί και διαφορετικοί, ο καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Κι έτσι μας δείχνει ότι τα στερεότυπα δεν χρειάζεται να καθορίζουν ποιοι είμαστε.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί η Μαριέττα Κόντου μιλάει για τον στερεοτυπικό λόγο που κληροδοτείται στα παιδιά εξ απαλών ονύχων, αποδομεί την εξαντλητική και επίμονη κοινωνική φαντασίωση της «τέλειας μητέρας-υπερηρωίδας» και επισημαίνει την παράδοξη μοναξιά των υπερσυνδεδεμένων εφήβων στη μετά-COVID εποχή.
Μιλά, επίσης, για τη συνεργασία της με τη Χρύσα Σπυρίδωνος και για τη δύναμη της εικονογράφησης, όταν η εικόνα δεν σχολιάζει απλώς το κείμενο, αλλά διαβάζει όσα υπάρχουν ανάμεσα στις γραμμές του.
Στη «Μαγεία της διαφορετικότητας» η Περ βρίσκεται αντιμέτωπη με ρόλους και προσδοκίες που άλλοι έχουν ήδη αποφασίσει γι’ αυτήν. Τι σε έκανε να θελήσεις να ανοίξεις αυτή τη συζήτηση μέσα από μια ιστορία για μικρά παιδιά;
Η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάστηκε να ανοίξω αυτή τη συζήτηση. Ήταν ήδη ανοιχτή, παντού, μόνο που κανείς δεν τη διατύπωνε με ειλικρίνεια. Την έβλεπα στα πρόσωπα παιδιών που καθόντουσαν απέναντί μου στο γραφείο, στα μάτια τους που έψαχναν άδεια να είναι αυτό που ήταν. Και σκέφτηκα: αν μπορώ να το πω ως ψυχολόγος σε ένα δωμάτιο, γιατί να μην το πω ως συγγραφέας σε ένα βιβλίο, που φτάνει σε δωμάτια που δεν θα μπορέσω ποτέ να επισκεφτώ; Η Περ ήξερε ήδη ποια ήταν. Εμείς οι μεγάλοι ήμαστε αυτοί που δυσκολευόμαστε να το δούμε.
Το βιβλίο δεν περιορίζεται στα λόγια των ενηλίκων. Αποτυπώνει, επίσης, τον τρόπο με τον οποίο τα ίδια τα παιδιά αναπαράγουν ταμπέλες και στερεότυπα μεταξύ τους. Παρ’ όλο που τα τελευταία χρόνια μιλάμε για συμπερίληψη, διαφορετικότητα, ελευθερία έκφρασης, μοναδικότητα, ισότητα, τα στερεότυπα δεν σταματούν να μολύνουν από νωρίς την παιδική ηλικία. Πού οφείλεται αυτό και πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε;
Τα παιδιά δεν γεννιούνται με στερεότυπα. Τα παραλαμβάνουν ως κληρονομιά που κανείς δεν τους ρώτησε αν θέλουν. Τα απορροφούν από τον αέρα που αναπνέουν στο σπίτι, στο σχολείο, στις οθόνες. Και μάλιστα τα εφαρμόζουν με την ίδια αποτελεσματικότητα που εφαρμόζουν ό,τι άλλο μαθαίνουν, γιατί είναι έξυπνα, προσαρμοστικά και θέλουν να ανήκουν κάπου. Η λύση δεν είναι να τους κηρύξουμε. Είναι να τους δείξουμε, με τη δική μας συμπεριφορά, με τις ιστορίες που τους λέμε, με τον τρόπο που μιλάμε για τους άλλους όταν νομίζουμε ότι δεν ακούνε. Γιατί ακούνε πάντα. Πάντα.
Οι γονείς και οι παππούδες του βιβλίου δεν παρουσιάζονται στερεοτυπικά. Τι συζητήθηκε σχετικά με αυτό στις παρουσιάσεις μεταξύ ενηλίκων και πώς το σχολίασαν τα παιδιά;
Οι ενήλικοι αναγνώστες, γονείς και εκπαιδευτικοί, συχνά σταματούσαν εκεί. Κάποιοι ένιωθαν ανακούφιση που βλέπουν οικογένειες που μοιάζουν με τις δικές τους, χωρίς ρετουσάρισμα. Κάποιοι άλλοι αναγνώριζαν τον εαυτό τους σε έναν χαρακτήρα και –το έβλεπα στα μάτια τους– δεν ήταν πάντα ευχάριστο. Τα παιδιά, όμως; Τα παιδιά χαιρόντουσαν κυρίως τον παππού. Λατρεύουν τους παππούδες που κάνουν αταξίες, που βγαίνουν έξω από κουτιά, που είναι απρόβλεπτοι και ανατρεπτικοί, στην ουσία σοφοί αλλά και νεανικοί. Ίσως γιατί σαν τους δίνουν άδεια να είναι και τα ίδια λίγο άτακτα.

Πρόσφατα ο δεκαοχτάχρονος γιος μου σχολίασε (αρνητικά, εννοείται…) ότι δεν είμαι σε καμία περίπτωση η τυπική ή η μέση μαμά. Όταν τον ρώτησα πώς φαντάζεται μια τέτοια μαμά ή πώς θεωρεί ότι πρέπει να είναι μια μαμά, απάντησε: «Όχι σαν εσένα». Μέσα από τη σχέση σου με παιδιά, εφήβους και οικογένειες, ποια είναι η κυρίαρχη φαντασίωση για τη μητρότητα;
Α, η μαμά! Το πιο φορτωμένο επάγγελμα του κόσμου χωρίς μισθό, ρεπό ή περιγραφή θέσης. Η κυρίαρχη φαντασίωση, αυτή που βλέπω να κυκλοφορεί ακόμα, είναι μια γυναίκα που προσφέρει αέναα, χαμογελά ακόμα και όταν πονά, ξέρει πάντα τι να κάνει και δεν έχει δικές της ανάγκες ή τουλάχιστον τις κρύβει καλά. Ένα είδος ήπιας υπερηρωίδας με ποδιά.
Και φυσικά αυτή η φαντασίωση είναι το καλύτερο συνταγογραφημένο φάρμακο για ενοχές, γιατί καμία πραγματική γυναίκα δεν χωράει εκεί μέσα χωρίς να τσακίσει κάτι. Το σχόλιο του γιου σου με συγκίνησε βαθιά, ακριβώς γιατί το «όχι σαν εσένα» από ένα παιδί δεκαοχτώ χρονών σημαίνει ότι σε βλέπει. Και δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.
Η Περ δεν εμφανίζεται εδώ για πρώτη φορά. Στο «Εγώ και οι άλλοι» την είδαμε να παλεύει με τα όρια, τις σχέσεις με τους άλλους και τη δυνατότητα να λέει «όχι». Ήξερες από τότε ότι αυτή η ηρωίδα θα επιστρέψει; Έχει μέλλον;
Η Περ αποφασίζει μόνη της πότε έχει κάτι να πει. Εγώ απλώς ακούω. Το πρώτο βιβλίο ήταν η εσωτερική της δουλειά, το δεύτερο η εξωτερική. Αν υπάρχει τρίτο, φαντάζομαι ότι θα είναι κάτι ανάμεσα, εκεί όπου ο εσωτερικός και ο εξωτερικός κόσμος συναντιούνται και διαπραγματεύονται. Έχει μέλλον; Ναι. Αρκεί να έχει χώρο να πει κάτι καινούργιο ή κάτι παλιό με καινούργιο τρόπο, κάτι να προσθέσει που θα ανοίξει καρδιές και μυαλά.
Αν δει κανείς μαζί τα δύο βιβλία, διακρίνει ένα παιδί που προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στις κοινωνικές πιέσεις. Θεωρείς ότι θα φτάσει στα χέρια παιδιών φορτωμένων με κοινωνικές πιέσεις ή ότι κινδυνεύει να λογοκριθεί από πιο συντηρητικούς γονείς;
Κάθε βιβλίο που σέβεται τον αναγνώστη του αντιμετωπίζει κάποια μορφή αντίστασης. Αυτό δεν με τρομάζει. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει ότι ακούμπησα κάπου πραγματικό. Τα βιβλία που δεν ενοχλούν κανέναν συνήθως δεν συγκινούν κανέναν. Και η λογοκρισία δεν είναι πάντα φωναχτή. Κάποτε είναι η σιωπή ενός γονιού που απλώς δεν αγοράζει το βιβλίο ή το βάζει ψηλά στο ράφι. Αλλά τα παιδιά βρίσκουν τρόπους. Πάντα βρίσκουν τρόπους.

Η οικογένεια της Περ είναι γεμάτη ζωντάνια και ευχάριστα πληθωρική. Ποιο είναι το αφηγηματικό σκεπτικό πίσω από αυτό το πολύβουο σκηνικό;
Η μοναξιά δεν κατοικεί σε άδεια σπίτια μόνο — κατοικεί και σε πολυάνθρωπα σπίτια όπου κανείς δεν σε βλέπει πραγματικά. Η οικογένεια της Περ είναι ζωντανή, θορυβώδης, λίγο πρωτότυπη ή ασυνήθιστη, όπως οι οικογένειες που αγαπάμε και μας αγαπούν χωρίς πάντα να το κάνουν τέλεια. Ήθελα ένα σκηνικό που να μην είναι ούτε παραμυθένιο μα ούτε τραγικό. Ένα σπίτι που να μυρίζει ζωή, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται: λίγο φωνή, λίγο γέλιο, λίγη αταξία, πολλή αγάπη, πολύ χρώμα.
Πώς θα χαρακτήριζες την Περ; Πράγματι εξελίσσονται τα παιδιά που μεγαλώνουν σε υγιή και ευτυχισμένα σπίτια σε πολύπλευρες και δυναμικές προσωπικότητες, με αυτοπεποίθηση και όνειρα;
Η Περ είναι δυναμική γιατί ζει σε ένα σπίτι που της επιτρέπει να κάνει λάθη και να μαθαίνει από αυτά. Υγιές σπίτι δεν σημαίνει ούτε τέλειο ούτε αλάνθαστο. Υγιές είναι το σπίτι όπου μπορείς να πέσεις και να σε βοηθήσουν να σηκωθείς χωρίς να σε κοροϊδέψουν. Αυτό που κάνει τα παιδιά γενναία δεν είναι η απουσία δυσκολίας, αλλά η παρουσία ασφάλειας.
Πώς πέτυχες να καλλιεργήσεις τόση αμεσότητα ανάμεσα στην ηρωίδα και τους αναγνώστες της;
Δεν την επινόησα. Την άκουσα. Χρόνια επαφής με παιδιά σε κλινικό περιβάλλον, σε σχολεία, στη ζωή μου, μου έδωσαν μια γλώσσα που δεν τη σκέφτομαι, την αισθάνομαι. Τα παιδιά μυρίζουν την ψεύτικη συμπόνια από χιλιόμετρα. Αν θέλεις να τα φτάσεις, πρέπει να τους μιλάς σαν να σε νοιάζει πραγματικά. Γιατί αν δεν σε νοιάζει πραγματικά, καλύτερα να μη γράφεις για παιδιά.
Το βιβλίο χρησιμοποιεί το χιούμορ, τόσο στο κείμενο όσο και στην εικονογράφηση. Πόση αφηγηματική δύναμη κρύβει το αστείο ως αντίβαρο για σοβαρά και συχνά δυσπρόσιτα ζητήματα της οικογενειακής και παιδικής καθημερινότητας;
Τεράστια. Το χιούμορ είναι η πιο ειλικρινής γλώσσα που έχουμε, γιατί κάνει ανθρώπους να γελάνε με αλήθειες που διαφορετικά θα αρνούνταν να ακούσουν. Ένα καλό αστείο ανοίγει πόρτες που η διδαχή σφαλίζει. Και τα παιδιά το ξέρουν αυτό ενστικτωδώς. Γι’ αυτό γελάνε τόσο ελεύθερα. Ίσως επειδή δεν έχουν ακόμα μάθει να φοβούνται την αλήθεια.
Η εικονογράφηση είναι πολύχρωμη, γεμάτη κίνηση και λεπτομέρειες που ενισχύουν το κείμενο. Πώς συνεργαστήκατε με τη Χρύσα Σπυρίδωνος για να βγει αυτό το αποτέλεσμα;
Η συνεργασία με μια εικονογράφο είναι σαν να κάνεις δημιουργικό χορό με κάποιον που δεν έχεις συνεννοηθεί για τα βήματα, και όμως σας βγαίνει. Της έδωσα το κείμενο και εκείνη μου έδωσε έναν κόσμο. Κάποιες φορές ακριβώς αυτόν που φανταζόμουν, κάποιες άλλες έναν που δεν είχα σκεφτεί, αλλά ήταν καλύτερος. Αυτή η δεύτερη περίπτωση είναι η πιο συναρπαστική στιγμή της δημιουργίας. Όταν κάποιος άλλος βλέπει μέσα σου κάτι που εσύ δεν είχες δει ακόμα.
Υπήρξαν στοιχεία της Περ ή της οικογένειάς της που γεννήθηκαν μέσα από την εικονογράφηση και όχι από το αρχικό κείμενο; Σε εξέπληξε κάτι όταν είδες πρώτη φορά τον κόσμο του βιβλίου σχεδιασμένο;
Ναι, και αυτό είναι από τα πιο τρυφερά δώρα της όλης διαδικασίας. Κάποιες λεπτομέρειες εικόνας που δεν υπήρχαν στο κείμενο έγιναν κομμάτι της ιστορίας, ήσυχα, χωρίς να ζητήσουν άδεια. Η Χρύσα «διάβασε» πράγματα ανάμεσα στις γραμμές που εγώ είχα γράψει ασυνείδητα. Αυτή είναι η μαγεία της εικονογράφησης, δεν σχολιάζει το κείμενο, το αναπνέει.
Γράφεις και λογοτεχνία. Προβληματίζεσαι με το γεγονός ότι παιδικά βιβλία με σαφή παιδαγωγικό στόχο, ακόμα κι αν έχουν τις καλύτερες προθέσεις, τείνουν να αντικαταστήσουν την αυθεντική ψυχοθεραπευτική παραμυθιακή ή μυθιστορηματική αφήγηση; Πώς δουλεύεις εσύ το ένα είδος και πώς το άλλο;
Προβληματίζομαι αρκετά. Υπάρχει μια ολόκληρη κατηγορία βιβλίων που μοιάζει με σεμινάριο αυτοβελτίωσης με εικόνες. Διδάσκουν, υποδεικνύουν, επιβραβεύουν. Και τα παιδιά τα αντιλαμβάνονται αμέσως ως «βιβλίο που θέλει να με φτιάξει» και χάνουν το ενδιαφέρον τους. Η λογοτεχνία δεν είναι συνταγή, είναι εμπειρία. Δεν σου λέει τι να κάνεις. Σε αφήνει να νιώσεις κάτι και σε εμπιστεύεται να βγάλεις μόνος σου το συμπέρασμά σου. Αυτή η εμπιστοσύνη στον αναγνώστη είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη αρετή ενός συγγραφέα.
Εργάζεσαι πολλά χρόνια ως ψυχολόγος. Ποια αίσθηση λαμβάνεις από την καθημερινή επαφή με παιδιά, εφήβους και οικογένειες. Τι τους δυσκολεύει περισσότερο σήμερα;
Η μοναξιά. Παράδοξη, ορατή και αόρατη ταυτόχρονα. Παιδιά υπερσυνδεδεμένα που αισθάνονται βαθιά αποσυνδεδεμένα. Οικογένειες που επικοινωνούν μέσω οθονών ακόμα και όταν κάθονται στο ίδιο τραπέζι. Έφηβοι που δεν ξέρουν πώς να χειριστούν την αποτυχία γιατί κανείς δεν τους είπε ότι είναι μέρος του παιχνιδιού. Και γονείς εξαντλημένοι που θέλουν να κάνουν τα πάντα σωστά και αυτό ακριβώς τους εμποδίζει να είναι αρκετά παρόντες.
Εκτός από επαγγελματική εμπειρία, έχεις δύο ενήλικα, πλέον, παιδιά. Πώς βλέπεις τη γονεϊκότητα στη μετά-COVID εποχή; Τι έχει αλλάξει στους νέους γονείς την τελευταία εικοσαετία; Υπάρχει κάτι που σε προβληματίζει ιδιαίτερα και στο οποίο αξίζει να επανέλθουμε μελλοντικά;
Η πανδημία έκανε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Έριξε τις οικογένειες τη μια πάνω στην άλλη και τις αποκάλυψε. Κάποιες ανακάλυψαν ότι τους αρέσει να είναι μαζί. Κάποιες ανακάλυψαν ότι δεν ξέρουν πώς να είναι μαζί χωρίς τις ρουτίνες που τις χώριζαν. Οι νέοι γονείς σήμερα έχουν πρόσβαση σε περισσότερη πληροφορία από ποτέ και αυτό παραδόξως τους κάνει πιο ανασφαλείς, γιατί η πληροφορία χωρίς κατεύθυνση γίνεται θόρυβος.
Αυτό που με προβληματίζει είναι η αυτοματοποίηση της γονεϊκότητας: το να κάνεις τα σωστά πράγματα τη σωστή ώρα χωρίς να είσαι πραγματικά εκεί. Τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς. Χρειάζονται γονείς παρόντες. Και αυτό, δυστυχώς, δεν το διδάσκει κανένα σεμινάριο θετικής γονεϊκότητας.





