Highlights
- Το slop ορίζεται ως ψευδοπεριεχόμενο χαμηλής ποιότητας που παράγεται μαζικά από εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
- Τα «ψηφιακά απόβλητα τεχνητής νοημοσύνης» δημιουργούν γνωσιακή ρύπανση και θολώνουν τη διάκριση γνώσης και θορύβου.
- Γονείς και έφηβοι συναντούν καθημερινά ψευδοπεριεχόμενο σε αναζητήσεις για υγεία, εκπαίδευση, ψυχική υγεία και σχολικές εργασίες.
- Το ψευδοπεριεχόμενο υπονομεύει την εμπιστοσύνη, τη μάθηση και την κριτική σκέψη, ειδικά σε ένα ήδη ευάλωτο εκπαιδευτικό σύστημα.
- Η απάντηση δεν είναι η τεχνοφοβία, αλλά ο ψηφιακός εγγραμματισμός και η ικανότητα διάκρισης ανάμεσα σε περιεχόμενο και ψευδοπεριεχόμενο.
Όταν ο Economist επέλεξε ως λέξη του 2025 το slop, ονομάτισε, επιτέλους, το ψευδοπεριεχόμενο, δηλαδή την πλημμύρα χαμηλής ποιότητας ψηφιακού υλικού που παράγεται με εργαλεία AI (Τεχνητής Νοημοσύνης) και κατακλύζει αναζητήσεις, ροές ειδήσεων και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Slop στην κυριολεξία είναι ο χυλός από αποφάγια που έριχναν οι κτηνοτρόφοι στα ζώα τους, ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια. Η μεταφορά υπογραμμίζει την υποβάθμιση της τροφής του νου.
Κομμάτι του ψηφιακού slop είναι και τα λεγόμενα deepfake: οπτικοακουστικά αρχεία – κυρίως βίντεο και ηχητικά – που έχουν παραχθεί ή αλλοιωθεί από εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης έτσι ώστε να μιμούνται πειστικά πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, σε βαθμό που να δυσκολευόμαστε να τα ξεχωρίσουμε από την πραγματικότητα.
Στο ίδιο πνεύμα, το Macquarie Dictionary επιλέγει ως λέξη της χρονιάς το AI slop ως AI περιεχόμενο χαμηλής ποιότητας, γεμάτο λάθη και ανακρίβειες, που εμφανίζεται στον χρήστη χωρίς εκείνος να το έχει αναζητήσει.
Προσωπικά, αποδίδω το σύγχρονο slop ως ψευδοπεριεχόμενο – που δεν ταυτίζεται αποκλειστικά και μόνο με το ψευδές περιεχόμενο. Ως τέτοιο ορίζω το χαμηλής ποιότητας ψηφιακό υλικό που ανακυκλώνεται/ανασυντίθεται μαζικά μέσα από εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης σε κάθε διαδικτυακή πλατφόρμα, χωρίς πρόθεση ή ικανότητα ενημέρωσης ή διαλόγου και χωρίς λογοδοσία για τυχόν συνέπειες.
Το AI slop αλλάζει το διαδίκτυο
Το ψευδοπεριεχόμενο μιμείται τη μορφή άρθρου, ρεπορτάζ, συμβουλευτικών στηλών, επιστημονικού κειμένου, ακόμα και καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά δεν έχει προκύψει ούτε από έρευνα ούτε από εμπειρία. Ο στόχος του είναι να γεμίσει ψηφιακό χώρο και να τραβήξει λίγα ακόμη δευτερόλεπτα προσοχής, κάνοντας ανούσιο ψηφιακό θόρυβο. Φυσικά, συχνά στήνονται ολόκληρες ιστοσελίδες που τροφοδοτούνται από AI, υπό μορφή e-shop, που εξαπατούν καταναλωτές, αποσπώντας τους χρηματικά ποσά –τυπικό παράδειγμα απάτης με slop περιεχόμενο στο ηλεκτρονικό εμπόριο.
Αν για το Λεξικό της Οξφόρδης, η λέξη της χρονιάς, το brain rot, περιγράφει τη φθορά του νου και της ψυχής από την υπερκατανάλωση φτηνών, μη απαιτητικών διαδικτυακών ερεθισμάτων, το slop μάς οδηγεί πίσω στη δημιουργία της ψηφιακής πληροφορίας, δηλαδή στη γραμμή παραγωγής του περιεχομένου.
Δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε μόνο για το πόσο βλάπτει το διαρκές scrolling τον εγκέφαλο ενός εφήβου ή ενήλικου χρήστη. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό του ψηφιακού περιεχομένου που καταναλώνουμε δεν έχει δημιουργηθεί από ανθρώπους για ανθρώπους. Αντιθέτως, έχει παραχθεί αυτοματοποιημένα, ως κερδοφόρο παραπροϊόν του σύγχρονου ψηφιακού καπιταλισμού ή – κατά άλλους– μιας τεχνοφεουδαρχίας που ήδη έχει γεννήσει μια νέα κοινωνική τάξη, τους cloudalists, ιδιοκτήτες και ελεγκτές του λεγόμενου ψηφιακού κεφαλαίου.
Οι τεχνοφεουδάρχες είναι μια ολιγαρχία εταιρειών και προσώπων που ελέγχουν τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες – από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα app stores έως τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Εκείνοι καθορίζουν τους όρους με τους οποίους θα λειτουργεί η αγορά, εισπράττοντας cloud rent, ένα μόνιμο ψηφιακό ενοίκιο, για παραχώρηση ορατότητας.
Generative waste: ψηφιακά απόβλητα τεχνητής νοημοσύνης
Η διεθνής βιβλιογραφία ήδη χαρακτηρίζει το AI slop ως generative waste. Με τον όρο αυτό, που προσωπικά αποδίδω ως ψηφιακά απόβλητα τεχνητής νοημοσύνης, αναφέρομαι στη μαζική μηχανική παραγωγή ψηφιακού λόγου και εικόνας, με τεράστιο όγκο, ιλιγγιώδη ταχύτητα διάχυσης, ποικιλομορφία, αλλά ελάχιστη έως μηδενική πολιτισμική και γνωστική αξία.
Με άλλα λόγια, δεν αναφέρομαι απλώς σε κακής ποιότητας περιεχόμενο, αλλά σε ένα ολόκληρο σύστημα μαζικής παραγωγής ψηφιακού λόγου και εικόνας από συστήματα ΑΙ παραγωγής περιεχομένου. Αυτά δημιουργούνται αυτόματα, μέσα από μια μηχανή που μπορεί να τα παράγει σχεδόν χωρίς κόστος, για μια πλατφόρμα που επιδιώκει χώρο προβολής στο διαδίκτυο. Πρόκειται, κυριολεκτικά, για απόβλητα τεχνητής νοημοσύνης.
Τα ψηφιακά AI απόβλητα δημιουργούν γνωσιακή ρύπανση (cognitive pollution). Ένα περιβάλλον στο οποίο η αξιόπιστη γνώση, η ερευνητική δημοσιογραφική δουλειά, το ρεπορτάζ στο πεδίο και η επιστημονική τεκμηρίωση συνυπάρχουν με τον μη-λόγο, δηλαδή το ψευδοπεριεχόμενο.
Οι χρήστες που αναζητούν αξιόλογο περιεχόμενο πρέπει πρώτα να διασχίσουν θάλασσες μολυσμένες από απόβλητα AI, κείμενα και βίντεο που στην πραγματικότητα είναι προϊόντα μιας μηχανής προγραμματισμένης και βελτιστοποιημένης μόνο για παραγωγή όγκου περιεχομένου και απόσπαση της προσοχής του χρήστη.
Το κόστος μεταφέρεται στον άνθρωπο: στον χρόνο, στη συγκέντρωση, στην ικανότητά του ή μη να ξεχωρίζει τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Το υλικό αυτό ενισχύεται από τους αλγόριθμους και αναπαράγεται από χρήστες χωρίς ψηφιακό εγγραμματισμό.
Πάμε, λοιπόν, να δούμε τι συμβαίνει στο σημερινό διαδίκτυο. Πολλές από τις αναζητήσεις που κάνουμε, για παράδειγμα για τον ύπνο των παιδιών, τη διατροφή, την εφηβεία, το άγχος, τη σχολική απόδοση, τις μαθησιακές δυσκολίες, μας φέρνουν αντιμέτωπους με σελίδες που έχουν γραφτεί από AI.
Τα κείμενα μοιάζουν ελκυστικά για τους απρόσεκτους ή τους μη υποψιασμένους. Έχουν βαρύγδουπους τίτλους που υπόσχονται λύσεις, επικαλούνται έρευνες, προβάλλουν μαρτυρίες. Όμως, όταν τα διαβάσει κανείς με κριτική σκέψη και ενεργοποιημένα αντανακλαστικά, διακρίνει αμέσως τη μηχανική τους προέλευση.
Γενικόλογες διατυπώσεις, αντιφατικές συμβουλές, λανθασμένη ή ανύπαρκτη βιβλιογραφία, παραποιημένα ελληνικά, εκτός πραγματικότητας. Πρόκειται ακριβώς για ψευδοπεριεχόμενο, που έχει παραχθεί για να διαφημίσει ή να εξαπατήσει, όχι πάντως για να υποστηρίξει την καθημερινότητα των οικογενειών.
Το ίδιο συμβαίνει στις αναζητήσεις πληροφοριών για σχολικές εργασίες, επαγγελματικό προσανατολισμό, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Το πρώτο αποτέλεσμα της Google δεν είναι πλέον η (πάντα προς αποφυγή ως πηγή σε εργασίες) Wikipedia, αλλά μια AI περίληψη: Ένα τεχνητό κείμενο που συνθέτει, σε δευτερόλεπτα, αποσπάσματα από εγκυκλοπαίδειες, παλιά άρθρα, άλλες απαντήσεις AI, και μπόλικες μαντεψιές, χωρίς να διασαφηνίζεται τι είναι ακριβές, τι ξεπερασμένο και τι καθαρή επινόηση.
Sloponomics: οικονομίες στημένες πάνω σε ψευδοπεριεχόμενο
Αναλύσεις μιλούν ήδη για sloponomics: Οικονομίες που στηρίζονται πάνω σε ψευδοπεριεχόμενο, όπου βιβλία, άρθρα, βίντεο, αγγελίες, προτάσεις αγοράς και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε γράφονται μαζικά από chatbots, βασισμένες σε δημοφιλείς αναζητήσεις ή λέξεις-κλειδιά.
Όταν τα παιδιά αντιμετωπίζουν αυτό το υλικό ως «έγκυρη πηγή», γιατί κανείς δεν τους έχει εκπαιδεύσει να αναγνωρίζουν τη φύση του, η ίδια η έννοια της μελέτης ως προϋπόθεσης της μάθησης ακυρώνεται. Οι μαθητές και οι μαθήτριες δεν χρειάζεται να εμβαθύνουν, αρκεί να βρουν κάτι που μοιάζει με απάντηση. Την οποία, αρκετά συχνά, θα δεχτεί ως σωστή ένας/μία ψηφιακά ανεκπαίδευτος/η εκπαιδευτικός.
Φυσικά, το ψευδοπεριεχόμενο δεν περιορίζεται στα κείμενα. Στην καθημερινότητα μικρών και μεγάλων, το slop εμφανίζεται ως ροή βίντεο με κατασκευασμένες φωνές, ψευδο-ντοκιμαντέρ με εικόνες που μοιάζουν αληθινές, αλλά είναι μηχανικά παραγόμενες, «μαρτυρίες» για προϊόντα ή υπηρεσίες, ακόμα και ψυχικής υγείας, που έχουν δημιουργηθεί μηχανικά και μαζικά, έπειτα από σχετικό προγραμματισμό.
Έχει ήδη διαπιστωθεί ότι ο ψηφιακός κόσμος κατακλύζεται από έναν νέο τύπο spam, όπου η ενόχληση δεν είναι πλέον τα μαζικά διαφημιστικά e-mail, αλλά η πλήρης διάβρωση της δημόσιας σφαίρας από μηχανικά παραγόμενο περιεχόμενο.
Ψευδοπεριεχόμενο, σχολείο και μάθηση
Ψυχοκοινωνικά, το ψευδοπεριεχόμενο που σταδιακά επικρατεί έχει αρνητικές συνέπειες για γονείς, εκπαιδευτικούς και παιδιά/εφήβους.
Πρώτον, γκρεμίζει την εμπιστοσύνη. Όταν δεν είναι σαφές ποιος έχει γράψει ένα κείμενο, αν έχει πράγματι δει ασθενείς, μαθητές, οικογένειες, αν γνωρίζει την ελληνική νομοθεσία, τις υπηρεσίες, τις ανισότητες, η φράση «διάβασα ότι…» παύει να έχει νόημα.
Κάθε θεωρία κοινωνικής εμπιστοσύνης μάς θυμίζει ότι οι άνθρωποι χρειάζεται να πιστεύουν ότι υπάρχουν έγκυροι θεσμοί και πρόσωπα που γνωρίζουν κάτι περισσότερο και το μεταφέρουν με ευθύνη. Το ψευδοπεριεχόμενο βάζει στη θέση του υποκειμένου μια αόριστη φωνή χωρίς πρόσωπο, σώμα και βιογραφικό και δεν υπάρχει κανείς να λογοδοτήσει για το πώς αυτή θα επηρεάσει τον χρήστη.
Δεύτερον, υπονομεύει τη μάθηση. Στην εκπαιδευτική ψυχολογία, η μετάβαση από την πληροφορία στη γνώση περνά μέσα από την κατανόηση του πλαισίου: ποιος μιλάει, από πού αντλεί δεδομένα, πώς δικαιολογεί τα συμπεράσματά του. Το ψευδοπεριεχόμενο λειτουργεί αντίστροφα: προσφέρει έτοιμα συμπεράσματα χωρίς πλαίσιο.
Η μαθησιακή διαδικασία υποβιβάζεται σε αντιγραφή και επικόλληση αμφιβόλου ποιότητας περιεχομένου, όχι μόνο από τους μαθητές και τους φοιτητές που χρησιμοποιούν ΑΙ για να γράψουν εργασίες, αλλά και από τους ενήλικους που αντλούν «υλικό» για μαθήματα, projects, σεμινάρια από sites που αποτελούνται αποκλειστικά από ψευδοπεριεχόμενο.
Όταν η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα χρησιμοποιεί πηγές χωρίς έλεγχο, γιατί δεν έχει την απαραίτητη κατάρτιση, το σχολείο παύει να αποτελεί αντιστάθμισμα στο ψηφιακό χάος και αρχίζει, άθελά του, να το αναπαράγει. Όσον αφορά τα κρατικά προγράμματα κατάρτισης, στην Ελλάδα είναι slop. Ποιος θα ξεχάσει τον Μέτζη του Νεούκτη και γενικά ολόκληρο το σκάνδαλο του υπερκοστολογημένου Σκόιλ Ελικίκου – Προσθέσεις και ελέγχου λοιμώχθηκαν;
Τρίτον, συγχέει τα όρια ανάμεσα στο αληθινό και στο πιθανό ή το ψεύτικο. Το περιεχόμενο δύσκολα είναι πια διακριτό ή μεμονωμένο και συχνά αντιμετωπίζεται ως ένα συνεχές όπου διακινείται πληροφορία. Όταν ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό της μιντιακής–ψηφιακής ροής είναι deepfake, διαφαίνονται δύο διέξοδοι. Είτε να πιστεύουμε υπερβολικά εύκολα ή να μην πιστεύουμε τίποτα. Και οι δύο αυτές στάσεις δυσκολεύουν την ανάπτυξη κριτικής σκέψης και συνειδητής συμμετοχής στη δημόσια ζωή.
Στον ελληνικό δημόσιο διάλογο για τα παιδιά και τους εφήβους, συχνά εγκλωβιζόμαστε στο αν για τη δυσοίωνη εικόνα τους φταίει το κινητό εν γένει ή οι YouTubers, το TikTok ή οι Trappers, οι γονείς ή η πανδημία. Το slop μάς υποχρεώνει να στρέψουμε καταρχάς το βλέμμα στον ψηφιακό λόγο και να ορίσουμε γρήγορα και ξεκάθαρα ποιο περιεχόμενο θεωρούμε αποδεκτό ως βάση για γονεϊκές, εκπαιδευτικές ή πολιτικές αποφάσεις. Δηλαδή, πρέπει να μετατοπίσουμε το ερώτημα από το «αν φταίει η οθόνη» στο «τι περνά μέσα από την οθόνη».
Δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε ως ισότιμα το δουλεμένο περιεχόμενο που έχει περάσει από επιμέλεια, φέρει υπογραφή και βασίζεται σε δεδομένα με το περιεχόμενο που δημιουργήθηκε σε τρία δευτερόλεπτα από ένα μοντέλο, χρησιμοποιώντας τυχαία αποσπάσματα από οπουδήποτε. Όταν τα αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο, υποτιμάμε την ανθρώπινη εργασία και εκθέτουμε παιδιά, εφήβους και βέβαια τους εαυτούς μας σε έναν κόσμο όπου το ψευδοπεριεχόμενο παρουσιάζεται ως κατοχυρωμένη γνώση.
Τη λύση δεν θα δώσει, φυσικά, η τεχνοφοβία. Το πρόβλημα δεν είναι το εργαλείο (η ΑΙ), αλλά ο τρόπος που χρησιμοποιείται. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι να πούμε όχι στην ΑΙ, αλλά η καλλιέργεια ικανότητας διάκρισης ανάμεσα σε περιεχόμενο, ιδανικά ποιοτικό, και ψευδοπεριεχόμενο. Δηλαδή ουσιαστικός ψηφιακός γραμματισμός, που δεν αρκείται στην επιφανειακή διαχείριση εφαρμογών, αλλά μαθαίνει να ξεχωρίζει πηγές και προθέσεις.
Για εμάς τους γονείς, αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να ελέγχουμε με προσοχή τι διαβάζουμε πριν το υιοθετήσουμε ως συμβουλή/πρακτική. Για τους εκπαιδευτικούς, σημαίνει ότι χρειάζεται να διεκδικήσουν ψηφιακό εγγραμματισμό και όχι ψευδοκατάρτιση, ώστε να μπορέσουν να δουλέψουν με τους μαθητές πάνω σε δεξιότητες αξιολόγησης πηγών περιεχομένου, με κυριότερο το πώς εντοπίζουμε ίχνη αυτοματοποιημένης παραγωγής και πώς διασταυρώνουμε όσα διαβάζουμε με αξιόπιστες, υπογεγραμμένες πηγές.
Για τους εφήβους, σημαίνει πως πρέπει σύντομα να συνειδητοποιήσουν, με τη βοήθειά μας, ότι μεγάλο μέρος του περιεχομένου που καταναλώνουν είναι τεχνητό και έχει εμπορικό σκοπό. Και, έπειτα, να συζητήσουμε ξανά πώς το ψευδοπεριεχόμενο θολώνει την αυτοεικόνα, τις σχέσεις, την κριτική και πολιτική σκέψη τους και επιβαρύνει την ψυχική τους υγεία.
Το slop χτυπάει καμπανάκι ότι ο ψηφιακός μας πολιτισμός βρίσκεται σε ένα σημείο όπου η ποσότητα και η ευκολία έχουν κυριαρχήσει τόσο επί της ποιότητας, ώστε η ανθρώπινη σκέψη έχει διαβρωθεί και αποδυναμωθεί. Αν θέλουμε να αντιστρέψουμε την κατάσταση, πρέπει πρώτα να ονοματίσουμε το φαινόμενο. Να το αναγνωρίσουμε ως ψευδοπεριεχόμενο. Και στη συνέχεια να διεκδικήσουμε, πεισματικά και συστηματικά, τον χώρο για ποιοτικό, εκπαιδευτικό και αληθινό περιεχόμενο, δημιουργημένο από ανθρώπους που αναλαμβάνουν την ευθύνη του λόγου τους, απευθυνόμενο σε ανθρώπους που αξίζουν κάτι περισσότερο από ψηφιακά απόβλητα.


