Highlights
- Τα περισσότερα σχολικά προγράμματα κατά του εκφοβισμού είναι σχεδιασμένα για δια ζώσης βία και δεν καλύπτουν τον ψηφιακό χώρο.
- Η κοινωνική δικτύωση των παιδιών αλλάζει γρηγορότερα από όσο μπορούν να προσαρμοστούν τα σχολεία και οι αρμόδιες αρχές.
- Η θεαματική διάσταση της βίας (βίντεο, κοινοποιήσεις, likes) μένει σχεδόν πάντα εκτός εκπαιδευτικών παρεμβάσεων.
- Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διαχειριστούν κυβερνοεκφοβισμό χωρίς επαρκή στήριξη, σαφές πλαίσιο και συνεργασία με τις πλατφόρμες.
- Χωρίς συστηματικό ψηφιακό εγγραμματισμό παιδιών και ενηλίκων, οι «ημέρες ευαισθητοποίησης» δεν αλλάζουν τη συμπεριφορά.
Η Διεθνής Ημέρα κατά της Ενδοσχολικής Βίας και του Εκφοβισμού, συμπεριλαμβανομένου του κυβερνοεκφοβισμού, καθιερώθηκε για να μας θυμίζει κάτι αυτονόητο: το σχολείο οφείλει να είναι ασφαλές πεδίο μάθησης και σχέσεων. Κάθε χρόνο όμως τα διεθνή στοιχεία δείχνουν ότι το φαινόμενο δεν υποχωρεί. Αντιθέτως, σε αρκετές χώρες καταγράφονται αυξήσεις, ειδικά στα ψηφιακά περιστατικά. Η UNESCO εξακολουθεί να μιλά για περίπου έναν στους τρεις μαθητές που έχουν βιώσει κάποιο είδος σχολικής βίας, ενώ ο κυβερνοεκφοβισμός εμφανίζεται ολοένα και πιο συχνά στα νεότερα δεδομένα του ΟΟΣΑ.
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία που αφορούν τα ελληνικά σχολεία, οι αναφορές περιστατικών σχολικού εκφοβισμού είναι αυξημένες, ιδίως στο γυμνάσιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυξάνονται κυρίως τα ψηφιακά περιστατικά. Αν, λοιπόν, τόσα προγράμματα «κατά του bullying» εφαρμόζονται εδώ και χρόνια, γιατί δεν το λύνουμε; Γιατί η κατάσταση χειροτερεύει αντί να βελτιώνεται; Μια σύντομη απάντηση είναι πως τα περισσότερα προγράμματα είναι σχεδιασμένα για ένα σχολείο που δεν υπάρχει πια και για μια κοινωνική τεχνολογία που έχει αλλάξει πίστα στις νέες γενιές, χωρίς «οι μεγάλοι» να το καταλάβουμε. Χρησιμοποιούμε προγράμματα στατικά απέναντι σε ένα φαινόμενο δυναμικό, που συμβαίνει πλέον σχεδόν αποκλειστικά εκτός της εμβέλειάς μας και συχνά χωρίς καν υλικό αποτύπωμα.
Προγράμματα μιας εποχής αναλογικής βίας
Η πρώτη γενιά παρεμβάσεων χτίστηκε πάνω στην ιδέα ότι ο εκφοβισμός είναι κυρίως πρόσωπο με πρόσωπο: διάλειμμα, τουαλέτες, διάδρομοι, σχολική αυλή. Εκεί όντως παρεμβαίνει ο/η εκπαιδευτικός, γίνεται παρατήρηση, ενημερώνεται η διεύθυνση, καλούνται οι γονείς. Μόνο που σήμερα ένα αυξημένο ποσοστό της βίας συμβαίνει εκτός οπτικού πεδίου εκπαιδευτικών, μέσω συσκευών που οι ανήλικοι έχουν μαζί τους 24/7, και συνεχίζεται το απόγευμα, το βράδυ, το Σαββατοκύριακο. Τα περισσότερα σχολικά πρωτόκολλα, όμως, εξακολουθούν να λειτουργούν σαν να μπορούν να περιορίσουν τον σχολικό εκφοβισμό μέσα στο ωράριο του σχολείου. Δεν μπορούν. Η βία είναι πια ασύγχρονη και άτοπη, πολύ δύσκολα εντοπίσιμη και ακόμα δυσκολότερα αντιμετωπίσιμη.
Ραγδαία εξέλιξη των νέων τεχνολογιών, σχολείο εκτός τόπου και χρόνου
Από το 2020 και μετά, η επιτάχυνση της κοινωνικής δικτύωσης στα παιδιά και τους εφήβους είναι τέτοια, ώστε πλατφόρμες, φόρμες συμμετοχής και τρόποι έκθεσης αλλάζουν μέσα σε λίγους μήνες. Η επίσημη εκπαίδευση και η πολιτεία δεν μπορούν να την παρακολουθήσουν: γράφεται οδηγός, εγκρίνεται πρόγραμμα, εκπαιδεύονται λίγοι εκπαιδευτικοί, υλοποιείται πιλοτικά. Μέχρι να ολοκληρωθεί ο κύκλος, οι μαθητές έχουν μετακινηθεί σε άλλο δίκτυο, σε άλλο φορμά (κλειστά γκρουπ, εφήμερο ψηφιακό και βλαπτικό περιεχόμενο, διαφορετικές μορφές δημόσιας διαπόμπευσης). Το αποτέλεσμα είναι ότι διδάσκουμε με σχήματα πρόληψης που ανήκουν στο παρελθόν και δεν γνωρίζουμε τι συμβαίνει στο παρόν ούτε προβλέπουμε (ενώ υπάρχουν επιστημονικές μέθοδοι) το μέλλον. Αφήστε που χωρίς υποχρεωτική, τυποποιημένη διαδικασία αναφοράς και παρακολούθησης περιστατικών βίας, κάθε σχολείο αυτοσχεδιάζει για το πώς θα εκπαιδεύσει τα παιδιά. Άρα δεν υπάρχει ενιαία εικόνα της χώρας για το μέγεθος του προβλήματος
Ο αόρατος παράγοντας: η οικονομία της προσοχής
Ένα κομμάτι της βίας μάς σερβίρεται ως θέαμα προς μαζική κατανάλωση. Ανέκαθεν συναίβενε αυτό, απλώς σήμερα η κοινωνική δικτύωση καθιστά θέαμα τα πάντα. Δεν είναι απλώς «σε κοροϊδεύω», είναι «σε κοροϊδεύω μπροστά σε κοινό, το καταγράφω, το ανεβάζω, παίρνω αντίδραση». Τα παιδιά μαθαίνουν πολύ γρήγορα ότι το υλικό που προκαλεί σοκ, χλευασμό ή ομαδική κινητοποίηση κυκλοφορεί περισσότερο. Τα προγράμματα κατά του bullying σπάνια αγγίζουν αυτό το κομμάτι: ότι δηλαδή το περιεχόμενο βίας έχει ανταλλακτική αξία στο οικοσύστημα των πλατφορμών και ότι ορισμένες μορφές συμμετοχής (π.χ. το να κάνεις like ή να προωθήσεις ένα ταπεινωτικό βίντεο) είναι μέρος της βίας. Αν δεν το ονομάσουμε αυτό ρητά, τα παιδιά ακούνε μόνο ηθικολογία, που δεν θα μπορέσει ποτέ να ανταγωνιστεί την προσωρινή –μα τόσο σημαντική για τα παιδιά– επιβράβευση της πλατφόρμας. Το βίντεο με τον συμμαθητή που κλαίει/κακοποιείται online συγκεντρώνει μέσα σε λίγα λεπτά περισσότερες αντιδράσεις από οποιοδήποτε ουδέτερο ή θετικό περιεχόμενο.
Ο αλγόριθμος των πλατφορμών δεν ενδιαφέρεται για τη μαθησιακή ή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, αλλά για χρόνο θέασης και αλληλεπίδραση, με στόχο το κέρδος. Προωθεί, λοιπόν, το περιεχόμενο που κρατά τον ανήλικο μέσα στην εφαρμογή, ακόμη κι αν αυτό είναι ταπεινωτικό ή βίαιο. Με αυτόν τον τρόπο μετατρέπει τα παιδιά ταυτόχρονα σε παραγωγούς περιεχομένου και σε καταναλωτές του: τα ωθεί να ανεβάσουν κάτι πιο «δυνατό» για να φανούν και τα «ταΐζει» με παρόμοιο υλικό. Πρόκειται για μηχανισμό εμπορευματοποίησης της παιδικής κοινωνικότητας, τον οποίο τα σχολικά προγράμματα κατά του bullying δεν αγγίζουν καν.
Εκπαιδευτικοί και γονείς σε άγνοια, ανεξέλεγκτες πλατφόρμες
Ένα άλλο εμπόδιο είναι ότι ζητάμε από τα σχολεία να εφαρμόσουν πολιτικές μηδενικής ανοχής, αλλά δεν τους προσφέρουμε νομική, ψυχοκοινωνική και τεχνολογική στήριξη. Ο/η εκπαιδευτικός που θα εμπλακεί σε σοβαρό περιστατικό cyberbullying μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος/η με γονείς, με ανάρτηση στα social, με τοπικά media. Δεν υπάρχουν –προφανώς– εργαλεία ταχείας συνεργασίας με τις πλατφόρμες, δεν υπάρχει σαφές πλαίσιο για το τι είναι αρμοδιότητα του σχολείου και τι της οικογένειας, ούτε χρόνος για συμβουλευτική με τον θύτη, το θύμα, τους θεατές, τις οικογένειες. Όσα προγράμματα κι αν τρέξουν, χωρίς θωρακισμένο εκπαιδευτικό προσωπικό και ενημερωμένους, συνεργάσιμους γονείς, δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικά. Ποιος θα αντέξει και ποιος θα αντιμετωπίσει τον επικοινωνιακό θόρυβο όταν το περιστατικό δημοσιοποιηθεί; Ποιος θα πλαισιώσει τα παιδιά με τρόπο επιστημονικά ορθό;
Χρειάζεται ολιστική, διατομεακή προσέγγιση, όχι μόνο (κακές και ανεπίκαιρες) οδηγίες προς τα σχολεία και τις οικογένειες. Χρειάζεται, επίσης, θεσμοθετημένη ψυχοκοινωνική υποστήριξη στα σχολεία και όχι περιστασιακές και συχνά αμφιβόλου ποιότητας δράσεις. Χρειάζεται, τέλος, θεσμική συνεργασία με τις πλατφόρμες, γιατί μεγάλο μέρος του υλικού δεν μπορεί να ελεγχθεί από το σχολείο. Να υπενθυμίσουμε ότι υποτίθεται πως από πέρυσι έχει απαγορευτεί η χρήση των κινητών στα σχολεία. Το μέτρο δεν τηρείται σχεδόν πουθενά, με την πλήρη ανοχή όχι τόσο των εκπαιδευτικών όσο κυρίως των γονέων. Η υποκρισία της μη τήρησης τέτοιων μέτρων αποδυναμώνει κάθε σχολική καμπάνια και κάθε γονεϊκή έκκληση.
Η πολιτισμική διάσταση που παραλείπουμε
Η σχολική βία δεν έρχεται από το πουθενά. Συνδέεται με τον τρόπο που μιλούν οι ενήλικοι μεταξύ τους, με τον δημόσιο λόγο, με το πώς τα media, παλιά και νέα, σκηνοθετούν διασυρμούς, με το πώς οι γονείς σχολιάζουν άλλα παιδιά μπροστά στα δικά τους. Όταν το παιδί βλέπει ότι το «θάψιμο» είναι κοινωνικά ανεκτό και ότι η δημόσια έκθεση είναι αποδεκτό εργαλείο σύγκρουσης, δεν θα συγκινηθεί από ένα δίωρο πρόγραμμα «σεβασμού της διαφορετικότητας». Αφήστε που οι περισσότερες δράσεις δεν συνοδεύονται από αποτίμηση αποτελεσματικότητας, άρα αναπαράγονται αυτούσιες. Τα περισσότερα σχολικά προγράμματα αποπολιτικοποιούν το ζήτημα και το εμφανίζουν ως ατομική αποτυχία κάποιων «κακών παιδιών». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα σοβαρό πολιτικοκοινωνικό θέμα: για τη μεταφορά στο σχολείο ευρύτερων κοινωνικών πρακτικών εξευτελισμού, όπως οι καθημερινές ψηφιακές διαπομπεύσεις στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και στα παραδοσιακά μέσα και η ρομαντικοποίηση της βίας εντός συγκεκριμένων πλαισίων.
Η καθυστέρηση στον ψηφιακό γραμματισμό
Τα παιδιά πρέπει να προστατεύονται, να εκπαιδεύονται και να ενδυναμώνονται ταυτόχρονα στο ψηφιακό περιβάλλον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η UNESCO, ο ΟΟΣΑ το επαναλαμβάνουν. Εμείς μένουμε μόνο στο «προστατεύονται»: μπλοκάρουμε, απαγορεύουμε, καταγγέλλουμε – συνήθως με αρνητικά αποτελέσματα. Δεν επενδύουμε το ίδιο στην κριτική κατανόηση των πλατφορμών, στους όρους χρήσης, στη διαχείριση εικόνας, στο πώς κλείνω ένα προφίλ ή πώς καταγγέλλω οργανωμένα. Έτσι, τα παιδιά μαθαίνουν να κρύβονται και όχι να λύνουν. Ένα παιδί που κρύβεται δεν θα αναφέρει ποτέ ότι είναι θύμα εκβιασμού ή κοροϊδίας και δεν θα αναζητήσει τη σχολική δομή ή την οικογένεια ως σύμμαχο, γιατί θα τη θεωρεί τεχνολογικά ανίκανη να καταλάβει και να παρέμβει. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο ψηφιακός εκφοβισμός είναι συχνότερος απέναντι σε παιδιά που ήδη βιώνουν κοινωνικές ανισότητες και που, συχνά, δεν έχουν γονεϊκή ψηφιακή υποστήριξη.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει;
Ωραίες οι Παγκόσμιες Ημέρες. Μας δίνουν πράγματι τη δυνατότητα ευαισθητοποίησης απέναντι σε διάφορα ζητήματα. Όμως, δεν είναι αρκετές. Ο σχολικός εκφοβισμός στην ψηφιακή εποχή έχει αλλάξει πρόσωπο, και για να τον περιορίσουμε χρειάζεται συντονισμένη προσπάθεια πολιτείας, σχολείου, γονέων και μαθητών και σταθερή ετήσια χρηματοδότηση.
-
Επικαιροποιημένα πρωτόκολλα κάθε σχολικό έτος, ψηφιακά, προσβάσιμα και ανανεώσιμα ανά τρίμηνο, προσαρμοσμένα στις πλατφόρμες που χρησιμοποιούν οι μαθητές.
-
Διασύνδεση σχολείου-οικογένειας-πλατφορμών με σαφείς διαδικασίες για την προστασία των παιδιών και άμεση δράση επί κάθε περιστατικού και ορισμός εκπαιδευμένου «ψηφιακού υπεύθυνου» ανά σχολική μονάδα.
-
Εκπαίδευση εκπαιδευτικών στη διαχείριση ψηφιακών συγκρούσεων, όχι μόνο στις κλασικές μορφές bullying, με υποχρεωτική δωρεάν επιμόρφωση και εποπτεία.
- Ψηφιακός γραμματισμός γονέων και εκπαιδευτικών και ανάλογη πλαισίωση και εκπαίδευση των παιδιών εξ απαλών ονύχων.
-
Συνεχής δουλειά με τις τάξεις: το bullying είναι δυναμικό φαινόμενο, άρα η πρόληψη πρέπει να είναι και αυτή δυναμική, π.χ. με περιοδικές ανώνυμες καταγραφές του κλίματος της τάξης.
-
Αναγνώριση της ευθύνης των ενηλίκων στον δημόσιο λόγο: δεν μπορούμε να απαιτούμε ευγένεια από τα παιδιά όταν ο δημόσιος χώρος επιβραβεύει τον διασυρμό, την κοροϊδία, το bullying. Επίσης, η σχολική κοινότητα οφείλει να παίρνει δημόσια θέση όταν προκύπτει περιστατικό, όχι να το αποσιωπά και να το κουκουλώνει. Η σιωπή λειτουργεί ως επιβεβαίωση στους θύτες.
Όταν το παιδί έχει προσωπική συσκευή από το Δημοτικό χωρίς συνοδεία ψηφιακού γραμματισμού, ο κυβερνοεκφοβισμός είναι θέμα χρόνου. Αν τα πράγματα δεν αλλάξουν σύντομα επί της ουσίας, θα έχουμε το εξής παράδοξο: όσο πιο πολλές εκστρατείες και μέρες ευαισθητοποίησης τρέχουμε, τόσο περισσότερες και βιαιότερες αναφορές περιστατικών θα έχουμε. Όχι επειδή «φταίνε τα παιδιά, σήμερα είναι πιο άγρια», αλλά επειδή μας ξέφυγε η μεταφορά του οικοσυστήματος της βίας στην οθόνη, μέσω της κοινωνικής δικτύωσης και παίζεται σε ένα αχαρτογράφητο ως τώρα πεδίο. Αν δεν δράσουμε σύντομα, τα αποτελέσματα θα βαίνουν επιδεινούμενα και θα μετατοπίζονται σε ολοένα μικρότερες ηλικίες. Ήδη παρατηρούνται περιστατικά σε τελευταίες τάξεις Δημοτικού. Θα τα εντοπίσετε αν ανατρέξετε στην ειδησεογραφία.


