παιδικό βιβλίο

Παιδικό βιβλίο: Η απομάγευση της ανάγνωσης

Κάθε χρόνο, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, οι ενήλικοι μιλάμε για τη σημασία της φιλαναγνωσίας, για τη δύναμη της φαντασίας, για το πόσο ωφέλιμο είναι να μεγαλώνουν τα παιδιά διαβάζοντας βιβλία. Όλα αυτά είναι σωστά, μα όχι αρκετά, όπως διαπιστώνουμε καθημερινά. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, όλο και πιο συχνά μήπως τα τελευταία χρόνια φθείραμε και υπονομεύσαμε τη σχέση τους με το παιδικό βιβλίο. Μήπως η ενήλικη αγωνία για το «πώς πρέπει να είναι ένα παιδί» έπνιξε την ελευθερία του να είναι απλώς αναγνώστης;

Τι(ς) πταίει;

Τα τελευταία χρόνια, η αγορά, και μαζί της η οικογένεια και το σχολείο, φαίνεται να συγκλίνουν σε μια νέα λογική: το παιδικό βιβλίο οφείλει να είναι χρήσιμο, άμεσο, ελκυστικό, γρήγορο, εύκολα εξηγήσιμο και άμεσα αξιοποιήσιμο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγνωση μετατρέπεται ολοένα και συχνότερα από προσωπική εμπειρία σε καταναλωτικό προϊόν – που μάλιστα δεν απευθύνεται πρωτίστως στο παιδί, μα στην ικανοποίηση της ανάγκης του ενήλικου για μετρήσιμα αποτελέσματα.

Η κατάχρηση των οθονών έχει μειώσει ραγδαία την προσοχή και τη συγκέντρωση, ενώ οι προσδοκίες των ενηλίκων σχετικά με το τι θεωρείται ενδιαφέρον και «λειτουργικό» συνήθως δεν ταιριάζουν με τα «θέλω» του παιδιού. Το γονεϊκό άγχος επηρεάζει την αγορά, αλλά και η αγορά αγχώνει τους γονείς. Το σχολείο προκρίνει συχνά τη «χρησιμότητα» ενός βιβλίου, την οποία οι οικογένειες υιοθετούν και αναπαράγουν. Φαύλος κύκλος. Δεν υπάρχει μία και μόνη αιτία για αυτή την αλλαγή. Πίσω της υπάρχει ένα πλέγμα παραγόντων που αλληλοτροφοδοτούνται.

Ο πρώτος παράγοντας είναι πολιτισμικός. Το παιδικό βιβλίο δεν κυκλοφορεί πια σε έναν κόσμο όπου το διάβασμα θεωρείται αυτονόητη πηγή χαράς και απόλαυσης, αλλά μέσα σε ένα περιβάλλον ταχύτητας και δημόσιας επίδειξης. Το τι τραβά την προσοχή, τι γίνεται ορατό, τι συζητιέται, τι γίνεται viral επηρεάζει και τον χώρο του βιβλίου. Έτσι, πολλές φορές, η συζήτηση περιορίζεται στην ορατότητα, στη χρησιμότητα και στη δυνατότητα άμεσης «αξιοποίησης». Το βιβλίο αντιμετωπίζεται πλέον ως content, που οφείλει να «γράφει» καλά στην οθόνη, χάνοντας τον ρόλο του ως εσωτερικού καταφύγιου. Το βιβλίο που δεν «βγάζει μάτι», που δεν έχει ένα ηχηρό hashtag να το συνοδεύει, κινδυνεύει να μείνει αόρατο, παρόλο που μπορεί να προσφέρει στο παιδί την πολυτέλεια της σιωπής και του αναστοχασμού.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικοι νοηματοδοτούμε την ανάγνωση. Πολλοί γονείς δεν αναζητούν πια ένα καλό βιβλίο με λογοτεχνικούς όρους, αλλά ένα βιβλίο που θα βοηθήσει το παιδί να μάθει κάτι, να λύσει κάτι, να διαχειριστεί κάτι. Να αποκτήσει δεξιότητες, να προετοιμαστεί για το σχολείο, να κατανοήσει συναισθήματα, να βελτιώσει τη συμπεριφορά του. Όλα αυτά είναι σημαντικά, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν το βασικό κριτήριο επιλογής. Με αυτή τη λογική, το βιβλίο παύει να είναι χώρος ελευθερίας που ανοίγεται προς το παιδί και μετατρέπεται σε προέκταση του γονεϊκού άγχους.

Μαζί με αυτό, έχει αλλάξει και το ίδιο το αναγνωστικό περιβάλλον μέσα στο σπίτι. Άλλο είναι να μεγαλώνει ένα παιδί σε χώρο όπου οι ενήλικοι διαβάζουν, ξαναδιαβάζουν, αφήνουν βιβλία ανοιχτά, μιλούν γι’ αυτά χωρίς διδακτικό τόνο, και άλλο να ακούει απλώς ότι «το διάβασμα κάνει καλό», επομένως πρέπει να διαβάσει. Η αναγνωστική συνήθεια δεν καλλιεργείται με διδακτικές προτροπές, αλλά μέσα από την απόλαυση. Σήμερα, το παιδικό βιβλίο δυσκολεύεται να σταθεί απέναντι στις οθόνες, που προσφέρουν ταχύτερα, πιο εντυπωσιακά και λιγότερο απαιτητικά ερεθίσματα. Εντωμεταξύ, η υποκρισία μας περισσεύει: ζητάμε από τα παιδιά να βυθιστούν στις σελίδες, την ώρα που εμείς οι ίδιοι έχουμε παραδοθεί σε ασταμάτητο σκρολάρισμα, καταργώντας στην πράξη το πιο αποτελεσματικό εργαλείο διαπαιδαγώγησης: το παράδειγμα.

Ο τρίτος παράγοντας είναι εκπαιδευτικός. Το σχολείο, ενώ διακηρύσσει τη σημασία της ανάγνωσης, συχνά συμβάλλει στην απομάγευσή της. Αυτό συμβαίνει όταν η λογοτεχνία αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως υλικό κατανόησης, ως αφορμή άσκησης, ως πεδίο σωστής απάντησης ή ως εργαλείο επίτευξης μαθησιακών στόχων. Η χρήση αυτή γίνεται προβληματική όταν μονοπωλεί τη σχέση του παιδιού με το κείμενο. Γιατί το διάβασμα βιβλίων, κυρίως λογοτεχνικών, δεν μπορεί να εξαρτάται από μετρήσιμα αποτελέσματα, καθώς είναι μια προσωπική, σύνθετη και αποκαλυπτική διαδικασία αυτογνωσίας. Αν ο στόχος των ενηλίκων είναι η «σωστή πρόσληψη» και η μάθηση με τη στενή της έννοια, τότε το παιδί θα προσεγγίζει το βιβλίο με επιφυλακτικότητα, ίσως και φόβο, και όχι με περιέργεια. Μετατρέποντας το βιβλίο σε «ύλη» προς εξέταση, το απογυμνώνουμε από το δικαίωμά του να συγκινήσει ή να αναστατώσει. Το παιδί μαθαίνει να ψάχνει στο κείμενο αυτό που θέλει ο δάσκαλος (και ο γονιός) και όχι αυτό που ψιθυρίζει η δική του φαντασία.

Ο τέταρτος παράγοντας έχει να κάνει με την εκδοτική αγορά. Η πληθώρα τίτλων από μόνη της είναι ένδειξη ζωντάνιας. Όταν, όμως, η υπερπαραγωγή συνοδεύεται από επανάληψη, από θεματικά πακέτα, από βιβλία που σχεδιάζονται πρωτίστως για να καλύψουν μια κατηγορία ανάγκης ή μια αγοραστική τάση υπάρχει σοβαρό ζήτημα. Βλέπουμε συχνά βιβλία για το τάδε συναίσθημα, για τη δείνα δεξιότητα, για «σωστή συμπεριφορά», για «καλλιέργεια κοινωνικών δεξιοτήτων», για αντιμετώπιση προβλημάτων της καθημερινότητας, για συγκεκριμένα γνωστικά πεδία. Πολλά από αυτά είναι πράγματι αξιόλογα. Ωστόσο, όταν η λογοτεχνία υποχωρεί μπροστά στη λειτουργικότητα, τότε το βιβλίο χάνει τον καλλιτεχνικό χαρακτήρα του, που μπορεί να συναρπάσει και γίνεται εγχειρίδιο με οδηγίες χρήσης. Και όταν αυτό επαναλαμβάνεται επίμονα, τα παιδιά συνηθίζουν να το αντιμετωπίζουν ως κάτι που τα διδάσκει, τα διορθώνει ή τα κατευθύνει.

Θέλω εδώ να σταθώ σε ένα ακόμη στοιχείο που με προβληματίζει πολύ, στην προϊούσα συρρίκνωση του κειμένου. Προφανώς, η εικονογράφηση είναι οργανικό και πολύτιμο στοιχείο του παιδικού βιβλίου, συχνά μάλιστα παίζει καθοριστικό ρόλο στην αναγνωστική εμπειρία. Το ζήτημα είναι άλλο. Εδώ και λίγα χρόνια, μοιάζει να παγιώνεται η ιδέα ότι το κείμενο πρέπει να περιοριστεί όσο γίνεται περισσότερο, ώστε το βιβλίο να παραμείνει «φιλικό», «άμεσο» και «προσβάσιμο» για κάθε παιδί. Όταν, όμως, το παιδί δεν εκτίθεται σε κείμενα με γλωσσική πυκνότητα, ρυθμό και αφηγηματική ανάπτυξη, θα δυσκολευτεί να κατακτήσει πιο απαιτητικά αναγνώσματα. Ο μινιμαλισμός του λόγου, στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης προσβασιμότητας, καταλήγει να υποτιμά τη νοημοσύνη των παιδιών. Τους στερούμε τον πλούτο της γλώσσας φοβούμενοι μήπως τα κουράσουμε, και τελικά τα αφήνουμε άοπλα απέναντι στην πολυπλοκότητα του κόσμου.

Ο πέμπτος παράγοντας είναι οι οθόνες. Δεν αποτελούν απλώς έναν δελεαστικό ανταγωνιστή του βιβλίου, αποσπώντας με ευκολία την προσοχή μικρών και μεγάλων. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι καλλιεργούν έναν διαφορετικό ρυθμό πρόσληψης της πληροφορίας. Το παιδί συνηθίζει να δέχεται έντονα, γρήγορα και διαδοχικά οπτικοακουστικά ερεθίσματα, με αποτέλεσμα να σταματήσει να παράγει δικές του νοητικές εικόνες και να μην αντέχει τις παύσεις, αδυνατώντας να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του. Η ανάγνωση, αντίθετα, απαιτεί χρόνο, πνευματική εγρήγορση και ησυχία.

Μέσα σε μια κουλτούρα ταχύτητας και ακαριαίας ανταπόκρισης, το βιβλίο μετατρέπεται σε κάτι δύσκολο και απαιτητικό. Μάλιστα, όχι μόνο για τα παιδιά, μα και για τους ενήλικους που τα μεγαλώνουν, τα διδάσκουν ή επιλέγουν αναγνώσματα για λογαριασμό τους. Η εικόνα προσφέρει έτοιμο υλικό, ενώ το βιβλίο απαιτεί από το παιδί να γίνει ο ίδιος σκηνοθέτης της φαντασίαας του. Όταν ο εγκέφαλος συνηθίζει την παθητική κατανάλωση, η προσπάθεια που απαιτεί το διάβασμα φαντάζει εξουθενωτική.

Παιδικό βιβλίο: Το δικαίωμα στη μη χρησιμότητα

Ίσως, τελικά, το πιο σοβαρό λάθος μας να είναι ότι αφαιρέσαμε από το παιδικό βιβλίο το δικαίωμα να μην είναι άμεσα χρήσιμο. Θέλουμε να μαθαίνει, να διορθώνει, να προλαμβάνει, να εξηγεί, να θεραπεύει, να εκπαιδεύει. Ως αποτέλεσμα, δεν του επιτρέπουμε συχνά να είναι αστείο, παράξενο, ποιητικό, ανοιχτό, ελεύθερο, άσκοπο με την καλή έννοια. Κι όμως, ακριβώς εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο μέρος της αξίας του. Η λογοτεχνία δεν χρειάζεται να λογοδοτεί για το όφελος που θα έχει. Το παιδί δεν έχει ανάγκη μόνο από βιβλία που το προετοιμάζουν για τη ζωή, μα και για βιβλία καθαρά απολαυστικά, που κινούνται στον δικό του ρυθμό.

Η εμμονή μας με τη χρησιμότητα μετατρέπει το διάβασμα παιδικών βιβλίων από πηγή χαράς σε άλλη μια μορφή εργασίας. Αν ένα βιβλίο δεν μας κάνει, αν δεν παράγει μετρήσιμο αποτέλεσμα στη συμπεριφορά ή στις γνώσεις του παιδιού, τείνουμε να το θεωρούμε χάσιμο χρόνου, χάνοντας την ουσία: η τέχνη είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου ο άνθρωπος δικαιούται να μην «παράγει» τίποτα. Το στοίχημα είναι να αφήσουμε το παιδί να ανακαλύψει τη δική του φωνή μέσα στις σελίδες, ακόμα κι αν αυτή δεν λέει τίποτα από όσα ελπίζαμε να ακούσουμε.

Ασφαλώς, δεν υπήρξε ποτέ μια «ιδανική εποχή» για το παιδικό βιβλίο. Και παλαιότερα συνυπήρχαν στις σελίδες του ο διδακτισμός και η μετριότητα, ακόμα και η λογική της αγοράς, πιο περιορισμένη, μα παρούσα. Τολμώ να πω ότι κάθε χρονιά εκδίδονται πολλοί καλοί και πρωτότυποι τίτλοι, αλλά δεν φτάνουν όλοι σε όλα τα παιδιά. Γιατί; Το ζήτημα είναι σύνθετο. Δεν αρκεί να πούμε ότι «τα παιδιά δεν διαβάζουν» διότι «φταίνε τα κινητά». Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για το παιδικό βιβλίο, χρειάζεται να δούμε και τη δική μας ευθύνη ως ενηλίκων, χωρίς ενοχές, μα με διάθεση αναθεώρησης.

Γιατί, από τη στιγμή που αλλάξαμε, συνειδητά ή μη, τους όρους της σχέσης του παιδιού με το βιβλίο, τότε από εμάς εξαρτάται και ένα μέρος της αποκατάστασής της. Χρειάζεται να του επιστραφεί ο χώρος που του στερήσαμε. Λιγότερο άγχος για το «τι θα του προσφέρει», λιγότερη καθοδήγηση, περισσότερη εμπιστοσύνη στη λογοτεχνία και στα ίδια τα παιδιά, περισσότερος χρόνος, περισσότεροι ενήλικοι που διαβάζουν πραγματικά.

Scroll to Top